Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Η αράχνη και η μύγα


του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ

Η αράχνη και η μύγα

Όλοι την γνωρίζετε, αυτό το κοιλαράδικο έντομο με το τριχωτό γλοιώδες σώμα, που καραδοκεί σε σκοτεινά μέρη, όσο το δυνατό μακριά από το φως της ημέρας, και υφαίνει το θανατηφόρο ιστό της, στον οποίο η απρόσεκτη ή επιπόλαια Μύγα πιάνεται και σκοτώνεται. Αυτό το άσχημο τέρας με τα στρογγυλά άψυχα γυάλινα μάτια και γαμψά αδύναμα και μακριά μπροστινά πόδια τόσο βολικά για να πιάνει και να πνίγει το θύμα του είναι η Αράχνη.

Να’ την, ψυχρή και ακίνητη, κάθεται στη γωνία της, περιμένοντας την λεία της να πέσει στα νύχια της’ ή, δαιμονικά υφαίνει το θανατηφόρο νήμα της για να παγιδέψει και να πιάσει την αδύνατη Μύγα χωρίς τύψεις. Το αποκρουστικό πλάσμα πασχίζει, συχνά με απεριόριστους κόπους, για να τελειοποιήσει τον ιστό της μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ώστε η λεία της να μην μπορεί ποτέ να δραπετεύσει. Αρχικά γνέθει ένα νήμα, στη συνέχεια δυο και τρία – και ακόμα περισσότερα και ακόμα περισσότερα. Σταυρώνει και ξανασταυρώνει τα νήματα έτσι ώστε στον επιθανάτιο ρόγχο τους τα θύματα δεν θα σκίσουν τον ιστό ή σπάνια τον ταρακουνήσουν. Επιτέλους, ο ιστός είναι έτοιμος, η παγίδα έχει μπει, δεν υπάρχει διέξοδος – η Αράχνη αποσύρεται στο κρησφύγετο της και περιμένει μια αγαθιάρικη Μύγα, παρακινούμενη από την πείνα, να πλησιάσει προς αναζήτηση τροφής.

Η Αράχνη δεν περιμένει πολύ και η Μύγα έρχεται. Το κακόμοιρο πράγμα κοιτάζει εδώ και εκεί και πέφτει κατευθείαν στα απλωτά νήματα, τρομοκρατείται, μπερδεύεται και μπλέκεται, προσπαθεί να κρατηθεί και αυτό είναι το τέλος. Μόλις η Αράχνη δει ότι έπιασε το θύμα της, αφήνει την κρυψώνα της και κατευθύνεται αργά προς τη λεία της με πεινασμένα μάτια και τις άπληστες κεραίες της. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστεί. Το απαίσιο πλάσμα γνωρίζει πολύ καλά ότι μόλις πιαστεί, το άτυχο έντομο δεν μπορεί να ξεφύγει. Πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά, μελετά το θύμα της με τα χωρίς λάμψη μάτια της και το αποτρελαίνει. Η Μύγα τρέμει από το φόβο της καθώς βλέπει τον κίνδυνο που πλησιάζει, προσπαθεί να ξεφύγει από τα γλοιώδη νήματα, προσπαθεί με κόπο να δραπετεύσει και εξαντλείται από τις απελπισμένες προσπάθειες.

Οι προσπάθειες της όμως δεν έχουν αποτέλεσμα, ο κόπος της είναι άσκοπος. Μπλέκεται ακόμα πιο πολύ μέσα στον ιστό και η Αράχνη πλησιάζει ολοένα και πιο πολύ. Ολοένα και περισσότερα νήματα τυλίγονται γύρω της. Μπερδεύεται σε ολοένα και περισσότερα δίχτυα με κάθε κίνηση που κάνει για να ξεφύγει από το δίχτυ της αράχνης, του οποίου το λεπτοκαμωμένο και όμως τόσο αποτελεσματικό πλέγμα την έχουν παγιδέψει. Τελικά, με κομμένη την ανάσα και εξαντλημένη, όλη η αντίσταση της έχει χαθεί. Είναι στο έλεος του εχθρού της, του κατακτητή της, της τρομερής Αράχνης! Στη συνέχεια το σιχαμερό πλάσμα βγάζει τις τριχωτές κεραίες της, πιάνει και φυλακίζει την Μύγα στο θανατηφόρο εναγκαλισμό της. Έπειτα, αρχίζει να δαγκώνει το τρεμάμενο σώμα της εξασθενημένης λείας της, μια, δυο τρεις, αμέτρητες φορές ανάλογα τη δίψα και την όρεξή της. Αφού σβήσει προσωρινά τη δίψα της για αίμα, την αφήνει μισοπεθαμένη.

Έπειτα ξαναγυρίζει και την ρουφά για ακόμη μια φορά. Κάνει το ίδιο πράγμα έως ότου καταβροχθίσει τελείως την άτυχη Μύγα, έως ότου αποστραγγίξει όλο το αίμα και τους θρεπτικούς χυμούς από το σώμα της. Και διαρκεί πολύ, συχνά πάρα πολύ καιρό πριν το κακόμοιρο έντομο είναι τελείως νεκρό. Ο αιμοσταγής βρικόλακας δεν θα σταματήσει όσο ανιχνεύει ένα τρεμόσβηνα ζωής στο σώμα του θύματος της. Εισπνέει τη ζωή της, ρουφά τη δύναμη της, πίνει το αίμα της και την αφήνει μονάχα όταν τίποτα, τελείως τίποτα δεν μένει για να πάρει. Η κακόμοιρη νεκρή Μύγα, ξεζουμισμένη και ελαφρότερη από φτερό στη συνέχεια πέφτει από τον ιστό της. Η πρώτη ριπή ανέμου την μεταφέρει και όλα έχουν τελειώσει. Η Αράχνη, παρόλα αυτά, επιστρέφει στο κρησφύγετο της, χορτάτη και ευχαριστημένη. Είναι ευτυχισμένη με τον εαυτό της και τον κόσμο, χαρούμενη με την γνώση ότι οι έντιμοι άνθρωποι είναι ικανοί να προχωρούν στον κόσμο.

Εσείς οι εργάτες της πόλης και της υπαίθρου είστε η Μύγα που είναι ξεζουμισμένη και νεκρή, η Μύγα που έχει καταβροχθιστεί και με το αίμα της οποίας άλλοι ζουν!

Εσείς οι καταπιεσμένοι, εσείς οι διανοούμενοι, οι βιομηχανικοί εργάτες, εσείς οι τρομαγμένες νεαρές παρθένες και οι τσαλαπατημένες γυναίκες που δεν τολμάτε να υπερασπίσετε τα δικαιώματά σας, εσείς τα άτυχα θύματα των πολέμαρχων, με μια λέξη, όλοι εσείς που είστε φτωχοί και εκμεταλλευόμενοι, που σας πετάνε όταν δεν έχει μείνει τίποτα να ρουφήξουν από τις φλέβες σας, εσείς που είστε οι παραγωγοί όλου του πλούτου, η ψυχή, το μυαλό, η ζωτική δύναμη της χώρας και που δεν σας αναγνωρίζουν κανένα δικαίωμα πέρα από το να έχετε ένα άθλιο θάνατο σε κάποια γωνιά υπάκουα και ήρεμα, ενώ το αίμα σας, ο ιδρώτας σας, ο μόχθος σας, οι σκέψεις σας χρησιμοποιούνται να κάνουν μεγάλους και ισχυρούς αυτούς που είναι τα αφεντικά και οι καταπιεστές σας: οι απεχθείς Αράχνες.

Η Αράχνη είναι τα αφεντικά, οι κεφαλαιούχοι, οι εκμεταλλευτές, οι κερδοσκόποι, οι καπιταλιστές, οι εκμαυλιστές, το ανώτατο ιερατείο, το παράσιτο κάθε είδους, ο δυνάστης κάτω από τον οποίο υποφέρουμε, ο δημιουργός του κακού, των καταπιεστικών νόμων, ο τύραννος που μας σκλαβώνει.

Η Αράχνη είναι όλοι όσοι ζουν σε βάρος των άλλων, που μας ποδοπατεί, που χλευάζει τα βάσανά μας και τις μάταιες προσπάθειες μας.

Η Μύγα είναι ο φτωχός εργάτης που πρέπει να υποκύψει σε όλους τους δρακόντειους νόμους που ο εργοδότης μπορεί να επιθυμήσει να περάσει επειδή ο άτυχος άνθρωπος δεν έχει τα μέσα για να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένεια του.

Η Αράχνη είναι ο ιδιοκτήτης των μεγάλων εργοστασίων που κερδίζει 6 με 8 μάρκα την ημέρα από τον κάθε εργάτη του και όμως έχει το θράσος, όχι να παραχωρεί, αλλά να τους δίνει φιλεύσπλαχνα ένα μισθό πείνας 2 με 3 μάρκα για 12 με 14 ώρες εργασίας.

Η Μύγα είναι ο ανθρακωρύχος που θυσιάζει τη ζωή του στον βρώμικο αέρα του ορυχείου για να αποσπάσει από τη γη θησαυρούς που δεν πρόκειται ποτέ να απολαύσει.

Η Αράχνη είναι ο κύριος Μέτοχος, του οποίου οι μετοχές διπλασιάζονται και τριπλασιάζονται σε αξία και όμως ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος, που επιθυμεί ακόμα πιο υψηλά μερίσματα, που ληστεύει από τους εργάτες τους καρπούς της εργασίας τους και που ο οποίος αν τολμήσουν οι εργάτες να ζητήσουν έστω και την ελαχιστότατη αύξηση καλεί τον στρατό ώστε οι “στασιαστές” να “γευτούν” τις σφαίρες τους.

Η Μύγα είναι το παιδί που στην πιο τρυφερή ηλικία πρέπει να σκλαβωθεί στο εργοστάσιο και στο εργαστήριο και στο σπίτι να βοηθά να τα βγάλουν πέρα.

Η Αράχνη δεν είναι οι γονείς που οι ανάγκες τους εξαναγκάζουν να θυσιάζουν τα παιδιά τους. Είναι οι σημερινές άθλιες συνθήκες που μετατρέπουν σε σιδερένιο κανόνα αυτές τις διαστροφές των φυσικών αισθημάτων, αυτή την καταστροφή των οικογενειών μας.

Η Μύγα είναι η έντιμη κόρη του λαού, που προσπαθεί να κερδίσει τίμια το ψωμί της αλλά δεν μπορεί να βρει δουλειά αν δεν υποκύψει στις λάγνες επιθυμίες του εργοστασιάρχη ή του διευθυντή, που την κακοποιεί και έπειτα – συχνά με ένα παιδί να έρχεται – άσπλαχνα και αναίσθητα την πετά στο δρόμο για να αποφύγει το “σκάνδαλο”.

Η Αράχνη είναι ο νεαρός λιμοκοντόρος, το άεργο κοπρόσκυλο της “καλής” οικογένειας που επιδεικτικά αποπλανά αθώες παρθένες και τις σέρνει στο βούρκο, που θεωρεί τιμή να έχει ατιμάσει όσο το δυνατό περισσότερες νεαρές κοπέλες.

Η Μύγα είστε εσείς, οι σκληρά εργαζόμενοι καλλιεργητές, εσείς που καλλιεργείτε τη γη για τους πλούσιους φεουδάρχες, εσείς που σπέρνετε τα σιτηρά που δεν δρέπετε, εσείς που καλλιεργείτε τους καρπούς που δεν γεύεστε.

Η Αράχνη είναι ο Βαρόνος που αναγκάζει τους φτωχούς κολίγους, τους δουλοπάροικους και τους μεροκαματιάρηδες εργάτες να δουλεύουν χωρίς μια στιγμή ξεκούραση έτσι ώστε αυτός να κάνει μια ζωή οκνηρίας, άνεσης και μεγαλοσύνης, ο Βαρόνος που αυξάνει τα νοίκια και εξαφανίζει την αξία της έντιμης εργασίας.

Η μύγα είμαστε όλοι εμείς οι φτωχοί και απλοί άνθρωποι που για αιώνες τρέμαμε μπροστά στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας, που προσκυνούσαμε μπροστά στην κληρική κατάρα, που πολεμούσαμε και σκλαβώσαμε ο ένας τον άλλο για την μεγαλύτερη δόξα και ευχαρίστηση της Εκκλησίας, που έχουμε γονατίσει, που έχουμε αφήσει τους καταπιεστές μας να απολαμβάνουν τους καρπούς της αδικίας τους επειδή ήμασταν πνευματικά ανάπηροι από την αποχαυνωμένη επιρροή της θρησκευτικής διδασκαλίας τους.

Η Αράχνη είναι ο ρασοφόρος παπάς με το υποκριτικό και λάγνο βλέμμα του, που συγχύζει τα απλά μυαλά του ποιμνίου του με την άθλια διδασκαλία του και καλλιεργεί το πνεύμα της υποτακτικότητας και της δουλείας, που δηλητηριάζει τις ψυχές και καταστρέφει έθνη ολόκληρα, όπως στην περίπτωση της Πολωνίας.

Με μια λέξη, η Μύγα είναι ο καταπιεσμένος, ο σκλαβωμένος, ο εκμεταλλευόμενος ενώ η Αράχνη είναι ο αισχρός κερδοσκόπος, ο άνομος δυνάστης όποιο όνομα και αν φέρει.

Η Αράχνη κάποτε συνήθιζε να υφαίνει τον ιστό της από τα μεγάλα κάστρα και τα αρχοντικά. Σήμερα προτιμά να βρίσκεται στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, στα πλούσια καταλύματα των ευλογημένων της εποχής μας. Την βρίσκεις κυρίως στις πόλεις των εργοστασίων, αν και στήνει τη φωλιά της και στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις. Βρίσκεται όπου ανθεί η εκμετάλλευση, όπου ο εργάτης, ο χωρίς ιδιοκτησία προλετάριος, όπου ο μικροτεχνίτης, ο εργάτης του μεροκάματου και ο μικρός αγρότης που βαρύνεται από τα χρέη άσπλαχνα εκτίθενται στην ανεξέλεγκτη απληστία των κερδοσκόπων. Όπου και αν βρίσκεται, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, θα δείτε τα κακόμοιρα έντομα μάταια να παλεύουν στους ιστούς των εχθρών τους. Θα τα δείτε να εξαντλούνται, να στερεύουν και να πεθαίνουν.

Τι φοβερές τραγωδίες έχουν συμβεί στους αιώνες σε αυτή την μάχη ανάμεσα στην αδύναμη και συνεσταλμένη Μύγα και την άσπλαχνη Αράχνη! Είναι μια τερατώδης ιστορία βασάνων. Τότε γιατί να την ξαναπούμε, Ότι πέρασε-πέρασε, ας μιλήσουμε για το παρόν και το μέλλον.

Ας δούμε από πιο κοντά την σημερινή πάλη μεταξύ της Αράχνης και της Μύγας, ας γνωρίσουμε την κατάσταση όπως είναι, ας συνειδητοποιήσουμε Μύγες ακριβώς τις παγίδες μας βάζουν οι εχθροί μας, ας δούμε μέσα από τα κόλπα τους και πάνω από όλα, ας ενωθούμε εμείς, που μεμονωμένοι είμαστε πολύ αδύνατοι για να καταστρέψουμε τον ιστό που μας έχει πιάσει.

Ας σπάσουμε τις αλυσίδες που μας περιορίζουν, ας βγάλουμε τους εχθρούς μας από τους κρυψώνες τους, ας ρίξουμε το ακτινοβόλο φως της λογικής παντού, έτσι ώστε ποτέ πάλι το αηδιαστικό πλάσμα να μην μπορεί να φτιάχνει τη δολοφονική χειροτεχνία του στο σκοτάδι!

Ω, Μύγες αν το θέλατε, αν πραγματικά το θέλατε, θα μπορούσατε να είσαστε ανίκητες! Πράγματι, οι Αράχνες είναι ακόμα ισχυρές σήμερα, αλλά είναι λίγες. Ακόμα και αν εσείς οι Μύγες είστε αρκετά ασήμαντες και χωρίς επιρροή, αριθμητικά φτιάχνετε στρατό, είστε η ίδια η ζωή, είστε ο κόσμος – αν πραγματικά το θέλατε.

Αν μόνο ενωνόσασταν, αν όλες μαζί επιτίθεστε θα καταστρέφατε όλα τα νήματα, θα σαρώνατε όλους τους ιστούς της αράχνης που σας παγιδεύουν σήμερα, που σας κάνουν να υποφέρετε και να πεθαίνετε από την πείνα. Θα μπορούσατε να εξαφανίσετε την φτώχεια και την δουλεία, αν πραγματικά το θέλατε.

Γι΄ αυτό μάθετε να θέλετε.

W. L.

Σημείωση

Το κείμενο αυτό του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, γράφτηκε το 1881 σαν προπαγανδιστική μπροσούρα που καλούσε τους γερμανούς εργαζομένους να παλέψουν για την σοσιαλιστική ανατροπή του καπιταλισμού.

Στηρίχτηκε στην αλληγορία γνωστού γερμανικού παραμυθιού για μικρά παιδιά με ομώνυμο τίτλο.

Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ γεννήθηκε το 1800. Συμμετείχε στην επανάσταση του 1848 και μετά την ήττα της εξορίστηκε πρώτα στην Ελβετία και κατόπιν στην Αγγλία όπου και ήταν συνεργάτης των Μαρξ και Ένγκελς.