Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Είναι ανθέλληνες οι πυροσβέστες;

Tου Θανάση Καρτερού

Πρέπει πάραυτα να συγχαρούμε -ναι, ναι, να συγχαρούμε- εαυτούς και αλλήλους. Διότι αποδείχτηκε με τον πιο λαμπρό, τον πιο φωτεινό τρόπο ότι η καθημερινή, επίμονη, συστηματική μας δουλειά δεν πάει στράφι. Έχουμε αποκτήσει την κοινωνία που μας αξίζει, την εξουσία, που μας αξίζει και οσονούπω θα έχουμε αποκτήσει και την έρημο που μας αξίζει…

Διότι, όταν χτίζεις όπου βρεις κι όπως βρεις μέσα στο λιβάδι, στα καμένα, στο ζωντανό δάσος. Όταν οι δρόμοι είναι χαραγμένοι μόνο στο σχέδιο που κρύβει το μυαλό των οικοπεδοφάγων. Όταν η αγαπημένη μας τοπική αυτοδιοίκηση προτιμά από τη χωροθέτηση για τα σκουπίδια τη ναρκοθέτηση με τις παράνομες χωματερές. Όταν υπουργεία, δήμοι, κοινότητες, δασαρχεία και πολεοδομίες κλείνουν το μάτι στη συμμαχία των προθύμων που κόβει, ρημάζει, καίει, βομβαρδίζει. Όταν το κράτος, με μια συνέπεια εντυπωσιακή στην ατελείωτη αλυσίδα της ασυνέπειάς του, νομιμοποιεί καταπατήσεις, αυθαίρετα μαγαζιά, αυθαίρετες παράγκες, αυθαίρετες βίλες και αυθαίρετες πόλεις. Όταν η εξουσία έχει κηρύξει -και επικηρύξει- τα δέντρα εχθρούς και τα δάση εμπόδια στην ανάπτυξη. Κι όταν ο κρατικός μηχανισμός είναι πιο ικανός να καίει παρά να σβήνει…. Τότε προς τι τα συλλυπητήρια για την τραγωδία των τελευταίων ημερών, για την κόλαση της φωτιάς και τη μαζική δολοφονία των δασών που απέμειναν;

Συγχαρητήρια πρέπουν σε όλους. Στον πρωθυπουργό, που νομοθετεί κατά των δασών, επιβραβεύει τους εμπρηστές και τους καταπατητές και τώρα ελικοπτερίζεται υπεράνω των καμένων, ενώ ποτέ δεν ελικοπτερίστηκε υπεράνω των απειλουμένων. Στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που σφίγγει χέρια στον τόπο του «συμβάντος», αφού το κόμμα του επί δεκαετίες στην εξουσία εξόντωσε όσο περισσότερα δάση μπορούσε και ανακήρυξε εθνικούς ευεργέτες τους διώκτες τους. Στους παράγοντες των δήμων και κοινοτήτων, που υπέθαλψαν τους παράνομους και καταπίνουν χρόνια και χρόνια τις παρανομίες τους. Και σε μας όλους βεβαίως, τον απλό λαό, που κλαίει και οδύρεται σήμερα για το κακό που μας βρήκε και είναι έτοιμος αύριο να συμμαχήσει με τις εταιρείες των εμπρηστών για να βάλει πόδι, με το αζημίωτο φυσικά, στην έρημο που κάποτε ήταν δάσος. (Μια βόλτα στα παλιότερα καμένα της Πεντέλης θα σας πείσει…).

Το μόνο ερώτημα είναι: Αυτοί οι πυροσβέστες που μάχονται με τις φλόγες είναι ανθέλληνες;

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜ.Η ΑΥΓΗ

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

ΔΗΛΩΣΗ ΣΤΡΑΤΟΥΛΗ ΓΙΑ ΚΟΡΟΒΕΣΗ

Εκτιμώ τους αγώνες του Περικλή και την προσφορά του στην Αριστερά αλλά νομίζω ότι χθες έκανε ένα πολύ μεγάλο λάθος, είτε επειδή δεν γνωρίζει το θέμα, είτε επειδή η χαλαρότητα των διακοπών του δεν του επέτρεψε να καταλάβει ότι με όσα είπε για το ΚΚΕ και το τότε ΕΑΡ, αντικειμενικά και ανεξάρτητα από την πρόθεσή του, βοήθησε όσους ευθύνονται αποδεδειγμένα πλέον για το σκάνδαλο της ΖΗΜΕΝΣ (Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ) να βάλουν στο βρώμικο κάδρο της διαφθοράς τους και την Αριστερά και μάλιστα επέτρεψε στο δικομματισμό, που είναι με την πλάτη στον τοίχο γι’ αυτό το σκάνδαλο, να κάνει αντιπερισπασμό σε βάρος των δυνάμεων που αγωνίζονται εναντίον των πολιτικών και του συστήματος που γεννούν τα σκάνδαλα.

Ο σύντροφός μου ο Περικλής είπε πράγματα που δεν έχουν πει για δυνάμεις της Αριστεράς ούτε τα ίδια τα στελέχη της ΖΗΜΕΝΣ στις καταθέσεις τους, ούτε οι βασικοί πολιτικοί μας αντίπαλοι, οι ηγεσίες της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.

Ούτε επίσης είναι σωστό οι όποιες ιδεολογικές διαφορές έχει ή είχε ο καθένας μας με το Χαρίλαο Φλωράκη και το Λεωνίδα Κύρκο να γίνεται αφορμή για να τους ρίχνει στο βρώμικο λάκκο με τα Γουρούνια.

Ο σ. Περικλής δεν ήξερε, τουλάχιστον ας ρώταγε. Γιατί πολιτική δεν κάνουμε με το να επαναλαμβάνουμε τι έγραφε ο ένας και ο άλλος σε μια εφημερίδα, ούτε οι δυνάμεις της Αριστεράς να διαψεύδουν με ανακοινώσεις τους καθημερινά πολιτικές εκτιμήσεις σε άρθρα δημοσιογράφων.

Επίσης, ο Περικλής εάν είχε ερωτήματα για την υπόθεση ΖΗΜΕΝΣ θα μπορούσε να τα υποβάλει στους συντρόφους του που δρουν μέσα στον ΟΤΕ και που είχαμε επανειλημμένα χαρακτηριστεί «εθνοπροδότες», γιατί ήμασταν οι μόνοι που αγωνιστήκαμε να σταματήσουν οι απευθείας αναθέσεις στην ΖΗΜΕΝΣ.

Καλώ με όλη τη συντροφικότητα και την εκτίμηση που έχω στον Περικλή να πάρει πίσω τα όσα αστήρικτα, ατεκμηρίωτα και συκοφαντικά είπε σε βάρος των δυνάμεων της Αριστεράς και σε κάθε περίπτωση επειδή είναι και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και επειδή είμαστε πολιτικός οργανισμός και όχι τσίρκο να επιληφθεί του θέματος η Γραμματεία και η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Ανακοίνωση ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τη συνέντευξη του Περικλή Κοροβέση στον ρ/σ Κανάλι 1 Πειραιά

Τα όσα ανέφερε σήμερα ο βουλευτής Α’ Αθήνας, Περικλής Κοροβέσης, σε συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό, για φημολογούμενη εμπλοκή του ενιαίου Συνασπισμού το 1989 σε υπόθεση της Siemens, είναι προσωπικές του απόψεις που δεν συμμερίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Στο στερέωμα της αναζήτησης

Του ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΚΑΛΙΟΥ

Eδώ και 40 χρόνια (από τη διάσπαση του ΚΚΕ) εκκρεμεί η επεξεργασία πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά λειτουργικής προγραμματικής πρότασης της αριστεράς η οποία σε μια πρώτη φάση μπορεί κατ' αρχήν να γίνει αποδεκτή ως βάση της αναγκαίας συσπείρωσης των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων και μαζί ως «μέσο» για την αντιμετώπιση του φαινομένου της γενικευμένης δυσπιστίας ή και αδιαφορίας ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων (κυρίως μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού) αναφορικά με την πολιτική λειτουργικότητα του ανατρεπτικού λόγου της ριζοσπαστικής αριστεράς στις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού, ακόμα και στις χώρες της Ευρώπης με επαναστατική και αριστερή εν γένει παράδοση.

Η αποτυχία του σταλινικού σοσιαλιστικού πειράματος, καθώς και του μπερνσταϊνικού σοσιαλδημοκρατικού, αλλά και η αποτυχία στην πράξη του καινοτομικού ευρωκομμουνισμού (με καταλυτική την αυτοκαταστροφική επίπτωση της πολιτικής επιλογής του «ιστορικού συμβιβασμού»), στρέφει τη σκέψη στην αναζήτηση άλλων προτάσεων, επινόησης άλλων θεωρητικών σχημάτων, που η συγκεκριμένη τους έκφραση θα μπορούσε να δώσει ένα σύγχρονο και πολιτικά λειτουργικό περιεχόμενο στις ριζοσπαστικές ιδέες και στόχους της αριστεράς, ικανό να σπάσει το φράγμα που, μετά την κατάρρευση της Σ.Ε., έχει δημιουργηθεί στη συνείδηση ευρύτερων λαϊκών μαζών με αριστερές ευαισθησίες, αλλά και μεγάλου τμήματος της προοδευτικής διανόησης, σχετικά με τη δυνατότητα κατάργησης του καπιταλισμού. Η πρόθεση αυτή, εκτιμώ ότι υποκρύπτεται στο κείμενο του Γιάννη Δραγασάκη με τον τίτλο «Από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού σε μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών» ("Η Αυγή", 28.12.2008).

Πρόκειται βέβαια για πρόθεση η οποία τροφοδοτεί έναν θεωρητικό προβληματισμό (και τροφοδοτείται από αυτόν) στον πυρήνα του οποίου είναι η σκέψη ότι με δεδομένο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που βασίζεται στην αρχή του υπερκέρδους, είναι δυνατή η ανάπτυξη ενός άλλου τρόπου παραγωγής (καθώς και ενός άλλου τρόπου ζωής), που σκοπό έχει την ικανοποίηση των «ώριμων» κοινωνικών και συλλογικών αγαθών που «λειτουργούν εκτός της αγοράς και της λογικής της» (βλέπε συνέντευξή του στην "Αυγή", 8.2.2009). Στη βάση αυτή είναι δυνατή, λέει ο Δραγασάκης, η ανάπτυξη μιας νέας οικονομίας. Αυτή η «νέα οικονομία» θα είναι ικανή να λειτουργήσει ανταγωνιστικά στην οικονομία του κέρδους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη δρομολόγηση της διαδικασίας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Αυτό βέβαια προϋποθέτει τη ριζική αλλαγή του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων υπέρ της αριστεράς, που πετυχαίνεται με την προβολή προς τις μάζες αυτής της «νέας» σκέψης. Η επιλεκτική αναφορά στον τρίτο τόμο του "Κεφαλαίου", όπου ο Μαρξ μιλά, κάπου, για αυτοαναιρέσεις του καπιταλισμού μέσα στον καπιταλισμό, σκοπό έχει τη θεωρητική μαρξιστική «νομιμοποίηση» αυτής της σκέψης - πρότασης.

Υποστηρίζεται λοιπόν ότι στον καπιταλισμό είναι δυνατή η λειτουργία δύο διαφορετικών οικονομιών. Η οικονομία που λειτουργεί με βάση τη λογική του κεφαλαίου και η οικονομία που λειτουργεί με βάση τη «λογική του κόσμου της εργασίας». Η δεύτερη αναιρεί την πρώτη και αποτελεί τη βάση της σοσιαλιστικής οικονομίας η οποία θα αντικαταστήσει την οικονομία του καπιταλισμού.

Ο συλλογισμός που οδηγεί σ' αυτή τη σκέψη αποκτά μεγαλύτερη φραστική σαφήνεια στο άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου «Η οικονομία των αναγκών»: μια έννοια-κλειδί ("Η Αυγή", 14.6.2009) το οποίο, όπως λέει, «προέρχεται από μια συλλογική δουλειά, από ένα εργαστήρι γ;ια την οικονομία των αναγκών που οργάνωσε το Τμήμα Θεωρίας του ΣΥΝ», προσθέτοντας ότι στο άρθρο αυτό έχει προσπαθήσει να ενσωματώσει τις ομιλίες ή παρεμβάσεις του Γιάννη Δραγασάκη, του Χάρη Γολέμη, του Λάκη Δεδουσόπουλου, του Γιώργου Ιωαννίδη, του Νάσου Ηλιόπουλου, του Τάσου Κυπριανίδη, του Χρήστου Λάσκου, του Αριστείδη Μπαλτά, του Στέλιου Μπαμπά, του Χριστόφορου Παπαδόπουλου, του Μιχάλη Σπουρδαλάκη και άλλων που συμμετείχαν στο εργαστήρι.*

Όταν το ερώτημα γίνεται θέση

Σε διάκριση με το άρθρο του Δραγασάκη το οποίο είναι γραμμένο κατά τρόπο που πολλά από τα ζητήματα που θίγει θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως υπόθεση εργασίας για τη μελέτη τους, το άρθρο του Τσακαλώτου είναι γραμμένο κατά τρόπο σαν να είχαν μελετηθεί από τους συμμετέχοντες στην παραπάνω συνάντηση όλα τα συναφή με το κύριο θέμα, την «οικονομία των αναγκών», ζητήματα, καταλήγοντας σε θέσεις στρατηγικής σημασίας για την αριστερά -συνοδευόμενα, όπως είθισται, από την απαραίτητη θεωρητική και πραγματολογική τεκμηρίωση. Έτσι το στοιχείο της αμφιβολίας που χαρακτηρίζει κάθε επιστημονική υπόθεση εργασίας μετατρέπεται σε βεβαιότητα, σε θέση. Η θέση όπως καταλαβαίνει ο καθένας είναι η τελείωση του ερωτήματος, είναι η άρση της αμφιβολίας που υποκρύπτει το ερώτημα. Η αμφιβολία που υπάρχει σε κάθε ερώτημα γίνεται βεβαιότητα.

Τα κείμενο του Τσακαλώτου δημιουργεί σειρά ερωτημάτων τα οποία δεν είναι δυνατό να αναπτυχθούν στο παρόν άρθρο, πολύ λιγότερο δυνατή είναι η ανάλυση εννοιών που αφορούν το κοινωνικό, το οικονομικό, αλλά και το ανθρωπολογικό πρόβλημα των αναγκών όπως η έννοια λογική των αναγκών, λογικές ανάγκες, βασικές ανάγκες, πραγματικές ή αληθινές, πλαστές ή ψεύτικες ανάγκες, αυθεντικές ανθρώπινες ανάγκες, ριζικές ανάγκες (Χέλλερ), «ανάγκη ως σκοπός» και «ανάγκη ως έλλειψη» (Χέλλερ) κ.λπ. Αυτό απαιτεί ειδική μελέτη την οποία, εξάλλου, σκοπεύω να ετοιμάσω για κάποιο θεωρητικό περιοδικό. Όσα θα πω λοιπόν στη συνέχεια σκοπό έχουν να λειτουργήσουν ως έναυσμα για την αναγκαία συζήτηση των «θέσεων» που αναπτύσσονται ή απλώς θίγονται στα εν λόγω άρθρα σε επιστημονική ημερίδα στην οποία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η παρατήρηση του Ιγκνάσιο Ραμονέ περί της «κρίσης σαφήνειας νοημάτων». Η ημερίδα αυτή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις «θέσεις» των δυο άρθρων ως ερωτήματα-προβλήματα προς μελέτη. Η μετατροπή των ερωτημάτων αυτών σε θέσεις καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της στρατηγικής της αριστεράς, όπως ισχυρίζεται στο άρθρο του ο Τσακαλώτος, οδηγεί τη σκέψη και μαζί την πολιτική πράξη σε αδιέξοδα, που μας απομακρύνουν από το πραγματικό πρόβλημα. Αυτό πιστεύω θα φανεί από τα ακόλουθα:

Δυο αντίπαλες λογικές στο θέμα των αναγκών. Εννοιολογική ασάφεια

Στο άρθρο του Τσακαλώτου υποστηρίζεται ότι στον καπιταλισμό λειτουργούν δυο διαφορετικές, δυο αντίπαλες λογικές στο θέμα των αναγκών της κοινωνίας και των ανθρώπων. Η λογική του κεφαλαίου και η λογική του κόσμου της εργασίας. «Στη λογική του κεφαλαίου οι ανάγκες δεν αποτελούν τον στόχο, αλλά τα μέσα. Ο στόχος είναι το κέρδος και η κυριαρχία του κεφαλαίου... Η παραγωγή διαστρεβλώνεται για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των πλουσιότερων στρωμάτων. Περισσότερα καλλυντικά, κλπ...» Για να θυμηθούμε και το κεντρικό πολιτικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολλών.

Στη λογική του κόσμου της εργασίας οι ανάγκες της κοινωνίας και των ανθρώπων δεν υποτάσσονται στη λογική του κέρδους, στη λογική της αγοράς. Στην κατηγορία αυτών των αναγκών ανήκουν πρωτίστως τα «συλλογικά αγαθά» (Δραγασάκης). Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην κατηγορία αυτή των αναγκών ανήκουν οι ανάγκες ενός αναπτυγμένου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και ό,τι έχει σχέση με το οικολογικό πρόβλημα, αλλά και με τις ανάγκες για τις συνθήκες εργασίας ή και τον εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων... Όλα αυτά μπορεί να τα εξασφαλίσει μια «νέα οικονομία», η «οικονομία των αναγκών», που λειτουργεί παράλληλα ή και σε αντιπαράθεση με την οικονομία της αγοράς.

Στο άρθρο του Γιάννη Δραγασάκη υπερέχει η πολιτική προσέγγιση των θεμάτων. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος κάνει ένα βήμα παραπέρα. Επιχειρεί να δώσει το ταξικό θεωρητικό υπόβαθρο της στάσης της αριστεράς στο θέμα των κοινωνικών αναγκών. «Ο στόχος της αριστεράς", λέει, "δεν μπορεί να είναι άλλος από τη διεύρυνση της λογικής του κόσμου της εργασίας, τη λογική αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών...».

Θα χρειαζόταν ειδική ανάλυση για την αποσαφήνιση των όρων «λογικές ανάγκες» και «κοινωνικές ανάγκες». Περιορίζομαι να πω ότι ο όρος «λογικές ανάγκες» χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς (τους όποιους πολιτικούς) που αδυνατώντας να ικανοποιήσουν τις εξαγγελίες ή και τις δεσμεύσεις τους απέναντι στον λαό (ακόμα και απέναντι στους ψηφοφόρους τους), μιλούν για μη ρεαλιστικές, μη λογικές ή και παράλογες απαιτήσεις. Επικαλούμενοι, συνήθως, απρόβλεπτες καταστάσεις που καθιστούν αδύνατη την πραγματοποίηση των υποσχέσεών τους... Εξάλλου, ποιος πολιτικός (ποιο κόμμα) μπορεί με απόλυτο τρόπο να εγγυηθεί ότι θα κάνει πράξη όλες τις εξαγγελίες του; Και δεν μιλώ εδώ για την εσκεμμένη προεκλογική δημαγωγία, αλλά και για εξαγγελίες που προκύπτουν από λαθεμένες εκτιμήσεις της οικονομικής πολιτικής και από τις απρόβλεπτες εξελίξεις που δημιουργούνται στο ιστορικο-πολιτικό ή και το ευρύτερο (παγκόσμιο στην εποχή μας) οικονομικό γίγνεσθαι. Ο χώρος του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού παρέχει στο θέμα αυτό ιδιαίτερα χρήσιμη εμπειρία και άφθονο ερευνητικό υλικό προς μελέτη από την αριστερά.

Ακόμα θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «λογικές ανάγκες» παραπέμπει σε μια κομφορμιστική αντίληψη περί των αναγκών, αφού προϋποθέτει την εκπόνηση ενός γενικού μοντέλου λογικών αναγκών, αρθρωμένο έστω με πληθυσμιακά ή άλλα κριτήρια, σε έναν κόσμο που η αναγκαία εξατομίκευσή τους διακρίνεται, διαχέεται ή και διακατέχεται, ούτως ή άλλως, από το υποκειμενικό στοιχείο, που, κατ' αρχήν, δεν χωρά σε κανένα μοντέλο. Ωστόσο, η καταναλωτική κοινωνία με τα καταναλωτικά πρότυπα που διαθέτει και κατασκευάζει εθίζει τους ανθρώπους, όποιους και όπως μπορεί, με τους μηχανισμούς και τα μέσα καταναλωτικής χειραγώγησης στις επιλογές -προτιμήσεις που εντάσσονται στην επιχειρηματική λογική του κέρδους- με χαρακτηριστικό τον εθισμό στη μόδα, αλλά και στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, γενικότερα. Έτσι, που όταν μιλούμε για τις κοινωνικές ανάγκες ποτέ δεν πρέπει να ξεχνούμε τον ρόλο της καταναλωτικής και της ιδεολογικής χειραγώγησης, έργο της οποίας είναι η δημιουργία κοινωνικού κλίματος που «κάνει» (πείθει, εθίζει) τους ανθρώπους να αντιλαμβάνονται ή και να βιώνουν τις «περιττές» ανάγκες ως απαραίτητες (δηλαδή, λογικές) προκειμένου να τονίσουν την κοινωνικότητά τους. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνδέουν αυτές τις «περιττές» («ψεύτικες») ανάγκες με το προσωπικό τους κοινωνικό πρεστίζ. Αυτά είναι πολύ γνωστά πράγματα για τα οποία υπάρχει άφθονο ερευνητικό υλικό. Και είναι απορίας άξιο, το ότι αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται ωσάν το περιεχόμενο και η ερμηνεία τους να ανήκουν στον κόσμο του αυτονόητου.

«Κλείνοντας» αυτό το μέρος των παρατηρήσεών μου, θεωρώ αναγκαίο να πω -βασιζόμενος σε σοβαρή σχετική βιβλιογραφία, αλλά και στις δικές μου προσεγγίσεις του θέματος- ότι στην καταναλωτική κοινωνία του σύγχρονου καπιταλισμού δεν υπάρχουν περιττές, ψεύτικες ή παράλογες ανάγκες. Όλες οι ανάγκες της καταναλωτικής κοινωνίας είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, για τη λειτουργία και αναπαραγωγή του συστήματος εξουσίας του κεφαλαίου. Είναι πραγματικές ανάγκες. Με αυτή την έννοια είναι λογικές ανάγκες. Εδώ ισχύει με απόλυτο τρόπο η ρήση του Χέγκελ: λογικό είναι ότι είναι πραγματικό και πραγματικό είναι ό,τι είναι λογικό. Ο εθισμός των ανθρώπων στην αποδοχή αυτής της συνάρτησης (που είναι «χρήσιμο» να λειτουργεί στις συνειδήσεις και ως ειμαρμένη) είναι ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του χειραγωγικού ιδεολογικού κατεστημένου του σύγχρονου καπιταλισμού και των ιδεολογικών του ταγών - που συνήθως τους ονομάζουν πνευματικούς ταγούς. Το θέμα είναι μεγάλο και σύνθετο. Απλώς το θίγω χωρίς περαιτέρω ανάλυση.

Με δεδομένο ότι η λογική του Κεφαλαίου έχει τα δικά της περιοριστικά όρια, είναι επόμενο να αδιαφορεί για ένα μέρος των αναγκών της κοινωνίας και των ανθρώπων, ή όταν και όπου αυτό δεν μπορεί να το πράξει, ευνουχίζει το πραγματικό τους περιεχόμενο και την κοινωνική τους λειτουργία ή/και επιδιώκει να τις εντάξει στη λειτουργία του.

* Η συνέχεια του κειμένου θα δημοσιευθεί στο φύλλο της Τρίτης.

* Ενδιαφέρει, πιστεύω, να πω ότι στη συνάντηση αυτή δεν έχω κληθεί να πάρω μέρος, αν και δεν έχω παραιτηθεί από μέλος του Τμήματος Θεωρίας του ΣΥΝ!

Δ. Βίτσας: Με τόλμη, χωρίς αμηχανία

Να αντιστρέψουμε την εικόνα, να ξαναπιάσουμε το προωθητικό νήμα, να πάμε μπροστά.

Να μην διασπαστεί ο ΣΥΝ.

Να μην κινδυνέψει η ενωτική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Να βρεθεί λύση στο «ζήτημα της ηγεσίας».

Πρόκειται για την τετραλογία του σήμερα που βρίσκεται στο μυαλό και στα χείλη των μελών του ΣΥΝ, αλλά και κάθε ανθρώπου που νοιάζεται την αριστερά. Δύσκολες οι απαντήσεις. Κάθε απάντηση στο ένα ζήτημα μπορεί να δημιουργήσει αναταράξεις στο άλλο. Και γίνονται ακόμα πιο δύσκολες όταν γνωρίζεις πως, από τις πρακτικές πια λύσεις, το «σωστό» ίσως θέλει χρόνο και το «λάθος» μπορεί να δημιουργήσει χρόνια πλήγματα και καθυστερήσεις. Η δυσκολία, όμως, δεν επιτρέπει να δημιουργηθούν καταστάσεις αποφυγής ή μετάθεσης. Με τόλμη και χωρίς αμηχανία χρειάζεται να δοθούν λύσεις. Και λύσεις υπάρχουν. Μας χρειάζονται όλους, με συντροφικότητα, ανοιχτό μυαλό, περισσή σκέψη και μεγάλη ενεργητική παρουσία στη ζωή την ίδια. Είναι σαφές πως τώρα έχουμε ανάγκη από ένα πολιτικό σχέδιο που θα αντιστοιχεί στις συνεδριακές μας αποφάσεις, στα έως τα τώρα κεκτημένα μας, θα αναλογίζεται επιτυχίες και αποτυχίες και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σήμερα.

Σύγκρουση επί προγραμμάτων

Οι ευρωεκλογές τελείωσαν. Ό,τι είχε να ειπωθεί, ειπώθηκε. Τα κοινά συμπεράσματα υπάρχουν, οι επιπλέον μη κοινές απόψεις έχουν καταγραφεί. Δεν τελείωσε όμως η κρίση, δεν τελείωσαν τα προβλήματα. Γι΄ αυτά υπάρχουμε. Άρα σ΄ αυτά θα βρούμε τις πρώτες απαντήσεις. Σήμερα, επιβάλλεται να μεταφέρουμε στην κοινωνία τον χειραφετητικό μας λόγο. Ο λόγος αυτός βρίσκεται στο Πρόγραμμα του ΣΥΝ, στο Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και τα 15 σημεία πάλης. Χρειάζεται και να καταγράφουμε τα προβλήματα, και να φανερώνουμε τις αιτίες που τα δημιουργούν, να δείχνουμε πως ο νεοφιλελευθερισμός μέσω των πολιτικών εκπροσωπήσεών του χειρίζεται την κρίση με στόχο την υπεράσπιση των κερδών των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και τη διατήρηση της πολιτικο-κοινωνικής ηγεμονίας του. Άρα χρειάζεται να δημιουργηθεί μια σύγκρουση προγραμμάτων διεξόδου. Από τη μια η εμμονή στην εξυπηρέτηση των τραπεζιτών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η διαφύλαξη των κερδών έστω και με στρατιές ανέργων και μεταναστών, η παράδοση στο ιδιωτικό κεφάλαιο όλων των τομέων αναπαραγωγής (Παιδεία, Υγεία κ.λπ.) της κοινωνίας, η σκληρή νομισματική πολιτική του ενός κέντρου, η αντιλαϊκή δημοσιονομική πολιτική.

Από την άλλη το δικό μας συνεκτικό πρόγραμμα, άμεσης εφαρμογής, για διέξοδο από την κρίση. Πρόγραμμα που δημιουργεί μια ασπίδα προάσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων, των αγροτών, των μικρομεσαίων, της νέας γενιάς, των ανέργων, των μεταναστών, των κοινωνικά αποκλεισμένων. Δεν βολεύεται όμως μόνο με την προάσπιση, «δεν αγοράζει χρόνο», αλλά δείχνει τον δρόμο ριζοσπαστικών αλλαγών με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία. Ένα πρόγραμμα «εκτός ορίων» μια και στην παρούσα συγκυρία εμείς προτείνουμε αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης, δημόσιες επενδύσεις, δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, ενεργητική διεύρυνση των θέσεων εργασίας, παρέμβαση του δημόσιου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, φορολόγηση των κερδών και της μεγάλης περιουσίας, υπεράσπιση πέραν κάθε αμφισβήτησης των συντάξεων και των επιδομάτων ανεργίας κ.ά. μέσα σε συνθήκες υπεράσπισης του περιβάλλοντος και οικολογικής ανασυγκρότησης της χώρας. Σ' αυτή τη λογική διεκδικούμε και στην Ε.Ε. ένα νέο Σύμφωνο που στο πρώτο άρθρο του θα κατοχυρώνει την ισότητα των δύο φύλων, στα επόμενα τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα στην εργασία, τη διατροφή, τη στέγαση, την Παιδεία και την Υγεία. Ένα πρόγραμμα όχι στα χαρτιά αλλά στους δρόμους του καθημερινού αγώνα.

Στο εργοστάσιο, στο γραφείο, στη βιοτεχνία, στο κατάστημα, στον χώρο εκπαίδευσης, στον χώρο παροχής υπηρεσιών υγείας, πολιτισμού, αθλητισμού η προγραμματική σύγκρουση είναι συγκεκριμένη. Υπάρχει μια πληθώρα θεμάτων πάνω στα οποία πρέπει να εξαντλήσουμε τη δράση μας. Και εκτός από τα μεγάλα και σπουδαία, υπάρχουν τα μικρά και καθημερινά, εκεί που το κίνημα παίρνει το όνομα όποιου παλεύει για το πρόβλημα και έχει σημασία να το παλεύουμε ως το τέλος. Οι Π.Κ. του ΣΥΝ, οι Τ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ αυτά χρειάζεται να βάλουν πρώτα στην δράση τους, αυτές να είναι οι ειδήσεις που θα παράγουν για την κοινωνία. Γιατί όσο συνεχίζουμε να παράγουμε ειδήσεις από τις εσωτερικές μας αντιθέσεις και τον εαυτό μας στερούμε και την κοινωνία αποδυναμώνουμε.

Το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης είναι πολιτικό και εμείς το έχουμε ορίσει. Το πρώτο βήμα είναι να δεχτεί καίριο πλήγμα ο δικομματισμός. Ο ανακαθορισμός συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων θέλουμε να ανακαθορίσει τη δυναμική των κοινωνικών συγκρούσεων. Με αυτό τον τρόπο να δείξουμε πως η δημιουργικότητα εξυπηρετείται μέσα από τη συλλογικότητα και το κοινό συμφέρον, και όχι μέσα από διαδικασίες «ιδιοτελούς κοινωνίας». Μέτρο αυτής της δράσης είναι όχι οι προθέσεις αλλά το αποτέλεσμα. Στο πρόσφατο παρελθόν η αποτελεσματικότητα μας δημιούργησε την ειδοποιό διαφορά, η προσπάθεια μας να ακούσουμε αλλά και να φτάνουμε τα πράγματα μέχρι το τέλος είναι ο δρόμος του δικού μας αγώνα. Πρόγραμμα, αγωνιστική παρουσία και αποτελεσματικότητα. Γιατί όπως είπε ο Μαρξ μια νίκη είναι καλύτερη από δέκα προγράμματα.

(ενώ έγραφα αυτές τις σκέψεις «έσκασε» το νέο επεισόδιο του σκανδάλου SIEMENS. Είναι δυνατόν να τους αφήσουμε να ξεφύγουν ασχολούμενοι με τα «δικά μας»;)

Οι προτεραιότητες του ΣΥΝ

Αν αυτές είναι οι πολιτικές προτεραιότητες ο ΣΥΝ χρειάζεται να αντιστοιχηθεί. Τι πραγματικά σημαίνει αυτό; Όπως χαρακτηριστικά έγραψε σύντροφος στην “Αυγή”, να γίνει κόμμα. Δηλαδή πριν απ’ όλα τα θεσμοθετημένα του όργανα Π.Κ., ΚΠΕ και Π.Γ. να γίνουν όχι τα κύρια αλλά τα μοναδικά πεδία δημόσιας εκφοράς πολιτικής, συνεννοήσεων, συνθέσεων, δημιουργικών συγκρούσεων. Να ορίσουμε πολιτική ανάδειξης στελεχών, όχι στη λογική προσώπων, αλλά στη λογική μεταφοράς γνώσεων και εμπειρίας, ανάληψης ευθυνών και βοήθειας εκ των προτέρων και όχι εκ των υστέρων ( τότε που η βοήθεια είναι κριτική εν πολλοίς εξαντλητική). Να κατανοήσουμε την ανάγκη και νέου πολιτικού προσωπικού, να υπερασπιστούμε την ανανέωση που αποφασίσαμε, όχι μόνο για μας αλλά για όλη την αριστερά και την κοινωνία. Κεντρικό ζήτημα είναι η βοήθεια στη νεολαία μας, βοήθεια που πρέπει να δοκιμαστεί και να αποδειχθεί στην ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της ιδιαίτερα στους χώρους εκπαίδευσης και εργασίας και στους τόπους κατοικίας.

Όλα αυτά θέλουν χρόνο αλλά είναι η βάση των σημερινών προβλημάτων. Ένα κόμμα στελεχών ή υποψηφίων στελεχών, βουλευτών ή υποψηφίων βουλευτών ή ένα κόμμα των μελών; Ένα κόμμα που επηρεάζεται από τον αέρα των ΜΜΕ ή ένα κόμμα που στηρίζεται στα δικά του φιλικά μέσα, συνδιαλέγεται μέσω αυτών αντί να στέκεται στους διαδρόμους άλλων κέντρων για δημόσια προβολή;

Και οι τάσεις; Θετική η ύπαρξη τους, προσφέρουν στην ανάγνωση των πολλαπλών εκδοχών της πραγματικότητας αλλά στην παρούσα φάση θα πρέπει να σκεφτούν τη σοφή πρόταση του σ. Λεουτσάκου για αναστολή της δημόσιας έκφρασης απόψεων μέσω ανακοινώσεων κ.λπ. Δεν είναι ζήτημα των οργάνων, είναι ζήτημα αυτοδέσμευσης τους. Άλλωστε η λογική της ενότητας μέσα από τη διαφορετικότητα έχει δυναμική όταν η διαφορετικότητα πλουτίζει την ενότητα και όχι όταν την υπερβαίνει.

Και ακόμη δεν μπορούμε άραγε να συμφωνήσουμε ένα απλό κανόνα εμφάνισης στην TV (εδώ οι σ. από τις άλλες συνιστώσες έχουν μεγάλο δίκιο) ώστε να εξασφαλίζουμε την αποτελεσματική προβολή των θέσεων του κόμματος και του ΣΥΡΙΖΑ; Ένα κανόνα χωρίς «τιμωρίες» αλλά με γνώση των μελών ποιος/α τον παραβιάζει.

Σήμερα εμφανίζεται μια οριακή κατάσταση. Αμφισβητείται, από σ. η συνεδριακή κατεύθυνση χωρίς να επιδιώκεται συνέδριο. Ακολουθείται η τακτική της πίεσης για πολιτικούς λόγους αλλά ίσως και για να διαμορφωθεί ένα κλίμα δήθεν διώξεων που θα αποτρέψει αλλαγές και σε στελεχιακό προσωπικό επίπεδο. Ας αρθούμε πάνω από όλα αυτά.

Η τελευταία απόφαση της ΚΠΕ ορίζει ένα ικανοποιητικό για όλους πλαίσιο κομματικής κοινής δράσης. Αν χρειάζονται επεξηγήσεις σε ορισμένα σημεία, η ΚΠΕ μπορεί να τις δώσει. Οτιδήποτε άλλο είναι ανατροπή των συνεδριακών αποφάσεων. Και η ανατροπή δεν είναι εξ ορισμού κακή, αλλά χρειάζεται νέο συνέδριο. Άρα ας σταματήσουν οι πολεμικές ανακοινώσεις και τα casus belli και ας μιλήσουμε συγκεκριμένα και συντροφικά.

Η κατάσταση στο ΣΥΡΙΖΑ

Αναπτύσσεται μια συζήτηση. Ως συνήθως βλέπουν το φως της δημοσιότητας οι ακραίες εκφράσεις της. Ας εξετάσουμε τα ζητήματα :

Να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα; Όλοι λένε όχι. Άρα προτάσεις, που στην ουσία μετατρέπουν την πολιτική μας συμμαχία σε κόμμα δεν έχουν θέση στη συζήτηση. Ομοίως δεν έχουν θέση φοβίες περί διπλής ένταξης κ.λπ.

Ο ΣΥΝ με καθαρό τρόπο είπε πως βάση λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι η συνεννόηση και η συναίνεση. Συγχρόνως επεξεργαζόμαστε σχέδιο που να επεκτείνει τα υπάρχοντα πολιτικά δικαιώματα των μελών. Πρέπει να γίνει κατανοητό πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια πολιτική συμμαχία μακράς πνοής που κατάφερε να διαμορφώσει ένα πολιτικό κίνημα υπέρ της ενιαίας δράσης της αριστεράς. Αυτό το θετικό γεγονός ας μην το βλέπουμε ως πρόβλημα αλλά να το αξιοποιήσουμε ως δυναμική άρθρωση μέσα στην κοινωνία. Ήδη σήμερα το μέλος του ΣΥΡΙΖΑ έχει δικαίωμα να παίρνει μέρος στην Τ.Ε και στην Ν.Ε. και να αποφασίζει με συναίνεση για όλα, να είναι αντιπρόσωπος σε θεματικές συνδιασκέψεις και πανελλαδικά όργανα και να συναποφασίζει με συναίνεση για όλα και μπορούμε για τα σημαντικά να κάνουμε βήματα παραπάνω.

Μπορούμε και οργανωτικά να κάνουμε πολλά πράγματα. Να δημιουργήσουμε ένα μηχανισμό της προκοπής δίπλα στη Γραμματεία και σε νέα γραφεία, να δημιουργήσουμε στέκια ΣΥΡΙΖΑ σε όλη την Ελλάδα με πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιεχόμενο. Να ενοποιήσουμε τις συνδικαλιστικές παρατάξεις μας, τις φοιτητικές παρατάξεις μας και τις δημοτικές μας κινήσεις, εκεί δηλαδή που αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται και με απλή πλειοψηφία. Είναι ανακόλουθο να ζητείται ενιαίο κέντρο πολιτικών αποφάσεων αλλά ξέχωρα κέντρα σε επιμέρους επίπεδα. Το έχουμε ζήσει εμείς στην ΠΟΣΔΕΠ αλλά και στις δημοτικές εκλογές και δεν είναι ούτε χρήσιμο, ούτε προωθητικό. Τέλος είναι ανεπίτρεπτο είτε να εμφανίζεται διάσταση ανάμεσα στον ΣΥΝ και τον υπόλοιπο ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. για το γραφείο τύπου , το περιοδικό, τα οικονομικά) όταν η αντιπροσωπεία μας κατέθεσε συγκεκριμένες προωθητικές προτάσεις για όλα αυτά τα θέματα. Ομοίως είναι απαράδεκτη η αναφορά ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που χρησιμοποιούν και μέλη του ΣΥΝ και μετατρέπει τις συνιστώσες σε «λοιπές αριστερές δυνάμεις.»

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγαλύτερος από τις συνιστώσες του. Είναι κρίμα να τον κατεβάζουμε στα μέτρα μιας εκάστης απλά και μόνο για να μπορέσουμε να τον διαχειριστούμε όπως εκ της εμπειρίας γνωρίζουμε. Χρειάζεται να φιλοδοξήσουμε να δημιουργήσουμε μια νέα γενιά που θα ανταποκριθεί στις ανάγκες του και τις ανάγκες της κοινωνίας.

ΠΗΓΗ:ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Η ΑΥΓΗ