Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Πολιτική Απόφαση της Κ.Ε. για τη μάχη των Ευρωεκλογών



Πολιτική Απόφαση της Κ.Ε. για τη μάχη των Ευρωεκλογών:

Οι Ευρωεκλογές του 2019 αποτελούν σημαντικό και κρίσιμο γεγονός τόσο για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και για κάθε χώρα ξεχωριστά. Διεξάγονται σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης αβεβαιότητας, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, με τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας να είναι πολλές και ιδιαίτερα σύνθετες. 
Η λιτότητα, αποδεικνύεται πως δεν αποτέλεσε μια συγκυριακή επιλογή για το νεοφιλελευθερισμό ως απάντηση στην οικονομική κρίση αλλά το όχημα ώστε να επαναπροσδιοριστεί προς τα κάτω το ιστορικά καθοριζόμενο όριο των αναγκών του κόσμου της εργασίας και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να μετασχηματιστούν σε κοινωνίες χαμηλών προσδοκιών, να μάθουν να ζουν με λιγότερα ακόμα και αν παράγουν περισσότερα.
Η διαρκής λιτότητα και η υποτίμηση της εργασίας αναπαράγεται ως διαρκής τάση, τάση που αποτελεί το αναγκαστικό αποτέλεσμα της εσκεμμένης υπαγωγής της ΕΕ στους κανόνες πειθάρχησης των διεθνών αγορών χρήματος. Μια τάση που η αντιστροφή της απαιτεί την μετατόπιση των πολιτικών συσχετισμών υπέρ του κόσμου της εργασίας, της οικολογίας και της ειρήνης, με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αλλαγών, που θα λειτουργεί ως ανάχωμα στην εξουσία των αγορώνκαι ένα ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα διαμοιρασμού του ρίσκου που θα λειτουργεί ως ανάχωμα στην πειθαρχική εξουσία των αγορών.
Τα αποτελέσματα της λιτότητας, είναι φανερά και στο πολιτικό επίπεδο. Καθώς η Άκρα Δεξιά, πατώντας στο έδαφος της συλλογικής απόγνωσης και της απουσίας προοπτικής για ένα καλύτερο μέλλον, διευρύνει την επιρροή της, μέσα από θέσεις και πρακτικές που προωθούν τον κοινωνικό κανιβαλισμό, στοχοποιώντας σε κάθε ευκαιρία τους πλέον αδύναμους ως τους υπαίτιους για όλα τα δεινά των σύγχρονων κοινωνιών.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το σημείο επαφής νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιάς. Στην αποθέωση της ισχύος που η άλλη όψη της είναι η στοχοποίηση των αδυνάμων. Ο μεν νεοφιλελευθερισμός τη νομιμοποιεί διότι μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί η αναγκαία για την αναπαραγωγή του, νέα συσσώρευση πλούτου. Η δε ακροδεξιά, στοχεύει τους αδύναμους ως υπαίτιους για κάθε κοινωνικό κακό και με αυτό τον τρόπο στηρίζει την κυριαρχία ενός πολιτικού σχεδίου που βασίζεται στις πιο ακραίες και στυγνές μεθόδους εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό εξάλλου εξηγεί και την προϊούσα σύμφυση των δύο αυτών πολιτικών ρευμάτων σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Επομένως, ο πολιτικός αγώνας είναι σε δύο μέτωπα. Απέναντι στις κυρίαρχες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού που υπερασπίζονται την Ευρώπη της λιτότητας για τους πολλούς και της συσσώρευσης πλούτου για τους λίγους και εκλεκτούς, και οι οποίες φρόντισαν να διατηρήσουν την ισχύ τους μέσω της ίδιας της αρχιτεκτονικής της ΕΕ. Ενός μοντέλου που προέκρινε την αδιαφανή, μη συμμετοχική, μη δημοκρατική οικοδόμηση και λειτουργία των θεσμικών οργάνων της και των κέντρων λήψης αποφάσεων. Ενός μοντέλου, το οποίο όχι μόνο πρέπει σε βάθος να αμφισβητηθεί αλλά και να αντικατασταθεί υπέρ της θεσμικής και λειτουργικής αποτύπωσης της δυναμικής των αιτημάτων των πολιτών και των κατοίκων της. Αλλά και απέναντι στην ακροδεξιά, η οποία επιδιώκει τη συλλογική οπισθοδρόμηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, την επιστροφή στις μαύρες μέρες των εθνικών ανταγωνισμών και της εθνικιστικής περιχαράκωσης.
Στην Ελλάδα η μάχη αυτή δεν είναι νέα. Έχει παράξει αποτελέσματα και μάλιστα σε αντίθεση με ό,τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα θετικά και ελπιδοφόρα για τις λαϊκές τάξεις.
Ο ελληνικός λαός, σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις το 2015, έδωσε στον ΣΥΡΙΖΑ την εντολή ώστε να αναλάβει την ιστορική ευθύνη να οδηγήσει τη χώρα από έξω από την προδιαγεγραμμένη για δεκαετίες στενωπό της λιτότητας και της κοινωνικής ερήμωσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ τίμησε την εμπιστοσύνη ενός ολόκληρου λαού που πέρασε πολλά και με όχημα την αποφασιστικότητα, την εντιμότητα και τον απόλυτο σεβασμό στις θυσίες κάθε Ελληνίδας και κάθε Έλληνα, κατάφερε να οδηγήσει τη χώρα από την συνθήκη της χρεοκοπίας του 2010 στην ανάκαμψη της οικονομίας, την έξοδο από τα μνημόνια και την ασφυκτική εποπτεία.
Η πορεία εξόδου από την κρίση δεν ήταν ρόδινη και ευθύγραμμη. Η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ πορεύτηκε έχοντας διαρκώς στραμμένο το βλέμμα της στο σκοπό της οριστικής εξόδου από τα μνημόνια, στην ιστορική μέρα της 21ης Αυγούστου του 2018. Αυτά τα τρία χρόνια, ο επώδυνος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός του τρίτου προγράμματος δεν έκαμψε την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να υλοποιήσει το σύνολο των δεσμεύσεων της τον Σεπτέμβρη του 2015, ένα πρόγραμμα σταδιακής αποκατάστασης των αδικιών και μέτρων ανακούφισης του ελληνικού λαού.
Ο ΣΥΡΙΖΑ διακήρυξε ότι θα βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, με την κοινωνία όρθια. Και αυτό έπραξε. Αξιοποίησε κάθε δυνατότητα ώστε να κατευθύνει πόρους για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους, έλαβε πρωτοβουλίες για την προστασία των πλέον αδυνάμων, είτε μέσα από την καθολική πρόσβαση των ανασφάλιστων πολιτών στις δομές Υγείας, τα προγράμματα για την ανθρωπιστική κρίση και το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης και φυσικά όταν η χρηστή διαχείριση και το τέλος της διασπάθισης δημοσίου χρήματος, έφεραν ως αποτέλεσμα τη δημοσιονομική υπεραπόδοση την τελευταία τριετία, το ποσό αυτό αποδόθηκε σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού που το είχαν πραγματικά ανάγκη. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ως προτεραιότητα της αντιστροφή της τάσης απορρύθμισης της αγοράς εργασίας που αποτελούσε τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής τάση η οποία εντάθηκε την περίοδο των προγραμμάτων προσαρμογής αφού αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα τους. Έτσι μέσα σε μια τετραετία καταφέραμε να μειώσουμε το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας από το 20% στο 8,9%, επαναφέραμε σε ισχύ τις βασικές αρχές των συλλογικών διαπραγματεύσεων και αυξήσαμε για πρώτη φορά μετά από μια δεκαετία τον κατώτατο μισθό στα 650 ευρώ, υλοποιώντας πολιτικές που βρίσκονται ακριβώς στον αντίποδα του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Το τέλος των μνημονίων στην Ελλάδα υπό τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, συνιστά μια ιστορικού χαρακτήρα δικαίωση που ξεπερνά τα όρια της χώρας μας.
Δώσαμε το μήνυμα προς όλες τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης ότι η μάχη ενάντια στη λιτότητα δεν είναι μια μάχη της στιγμής. Αλλά ένας πολύπλευρος αγώνας, ο οποίος απαιτεί αποφασιστικότητα, πολιτική βούληση και επιμονή. Ένας αγώνας στον οποίο η σύγκρουση και ο συμβιβασμός ήταν και τα δύο τακτικές επιλογές που υποτάσσονταν στο στρατηγικό στόχο της εξόδου προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας και του εργαζόμενου λαού.
Παράλληλα, η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε την ευθύνη μονάχα για την υπέρβαση της κρίσης και των συνεπειών της. Ήταν αυτή που έπρεπε να βγάλει τη χώρα από τη διεθνή απομόνωση στην οποία την καταδίκασαν οι κυβερνήσεις της κρίσης. Για το λόγο αυτό, ανέλαβε με θάρρος και παρρησία να διαχειριστεί εξαιρετικά κρίσιμα θέματα, από τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και στην ανάγκη προώθησης θεσμικών μεταρρυθμίσεων, τον ρόλο της στα Βαλκάνια, την ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό.
Μέσα σε τέσσερα χρόνια λοιπόν, δρώντας εντός ενός εξαιρετικά δυσμενούς πλαισίου συσχετισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του κατόρθωσαν να προχωρήσουν σε γενναία βήματα που αντιστρατεύονται τη λιτότητα και το νεοφιλελευθερισμό, αλλά και πετυχαίνουν αποφασιστικής σημασίας νίκες απέναντι στην Άκρα Δεξιά και τον εθνικισμό. Διότι είναι ακριβώς το αντιπαράδειγμα της ελληνικής κυβέρνησης που μπορεί να δημιουργήσει τους όρους για την ήττα της ακροδεξιάς η οποία προϋποθέτει πρώτα και κύρια την αντιστροφή των πολιτικών της λιτότητας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Όμως γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι ο προοδευτικός μετασχηματισμός και οι ριζοσπαστικές τομές σε Ελλάδα και Ευρώπη δεν αποτελούν υπόθεση μονάχα του ΣΥΡΙΖΑ. Για το λόγο αυτό, αποτελεί στρατηγική μας προτεραιότητα η συγκρότηση ενός ευρύτατου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου αριστερών, προοδευτικών δυνάμεων που μπορούν να ομονοήσουν σε συγκεκριμένους προγραμματικούς στόχους για μια σειρά αναγκαίων ριζοσπαστικών προοδευτικών αλλαγών σε όλα τα επίπεδα.
Σε αυτή τη βάση, ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίζει και συμμετέχει ενεργά σε πρωτοβουλίες, όπως η «Προοδευτική Συμμαχία» (Progressive Caucus) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που συγκεντρώνει δυνάμεις που θέλουν να πορευθούν μαζί σε μια τέτοια κατεύθυνση. Δυνάμεις που αγκαλιάζουν την Αριστερά, τους Πράσινους και τμήματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που αποδεσμεύονται από τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτό το πνεύμα διοργανώθηκαν τα δύο πρώτα πανευρωπαϊκά Φόρουμ των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων στη Μασσαλία (2017) και στο Μπιλμπάο (2018), όπου το «Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς» και ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μια τέτοια συμμαχία οφείλει και μπορεί να οικοδομηθεί στη βάση ενός πλαισίου κοινών ιδεών και στόχων, όπου κάθε δύναμη διατηρεί την ταυτότητα και τις ιδιαίτερες στοχεύσεις της. 
Το στρατηγικό όραμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο σοσιαλισμός με Δημοκρατία και Ελευθερία στην Ευρώπη του 21ου αιώνα. Το όραμα αυτό δεν προκύπτει μονάχα ως θέση αρχής αλλά ως ανάγκη στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η Ευρώπη του 21ου αιώνα με τις τεράστιες δυνατότητες που παρέχουν η πρόοδος της επιστήμης, των νέων τεχνολογιών, των μεταφορικών δικτύων, της άρσης των περιορισμών στη γνώση και τις ευκαιρίες εργασίας που υπήρχαν σε περασμένες δεκαετίες, μπορεί και πρέπει να εξασφαλίζει σε κάθε πολίτη της, τις καλύτερες δυνατές συνθήκες διαβίωσης. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό περνά μέσα από την αναδιανομή του πλούτου και την αύξηση του εισοδήματος για τους πολλούς, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την ισομερή ανάπτυξη κάθε χώρας με βάση τις δυνατότητες που έχει και μπορεί να αξιοποιήσει.
Σε αυτό τον αγώνα για τον προοδευτικό μετασχηματισμό, μπορούν να συμβάλουν καίρια ευρύτερες δυνάμεις που δεν συμφωνούν υποχρεωτικά σε όλα με την Αριστερά. Αυτές οι δυνάμεις, οι δυνάμεις μιας τέτοιας συμμαχίας μπορούν να οικοδομήσουν με σταθερότητα και συνέπεια ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα, με συγκεκριμένους στόχους όπως την εξάλειψη των κοινωνικών και φυλετικών ανισοτήτων, τη διεύρυνση και την εμβάθυνση της δημοκρατίας, την υπεράσπιση της εργασίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την προστασία του περιβάλλοντος, την ισότητα των φύλων.
Το μέτωπο στο οποίο καλεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σήμερα απολύτως επείγον. Γιατί η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι λαοί της Ευρώπης είναι ιστορικής σημασίας. Οι δυνάμεις της Άκρας Δεξιάς κατακτούν διαρκώς ισχυρότερες θέσεις, με κεντρικό στόχο την πλήρη αποδυνάμωση της δημοκρατικής Ευρώπης και τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το βλέπουμε στην Ουγγαρία του Όρμπαν, στην Ιταλία του Σαλβίνι, στη Γαλλία με την Λεπέν, στην Αυστρία του Κουρτς, στην ραγδαία άνοδο του γερμανικού AfD, στην Ολλανδία και σε Σκανδιναβικές χώρες. Το βλέπουμε και στο πολιτικό χάος της Βρετανίας του Brexit, ακόμα μια εκδήλωση της συνάντησης της Άκρας Δεξιάς, με την απογοήτευση και την αγανάκτηση των πολιτών λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μία αγανάκτηση που εκφράστηκε με το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτό το κύμα του ακροδεξιού λαϊκισμού όμως έχει σαφέστατη επίδραση στην ολοένα και κλιμακούμενη αντιδραστική στροφή της λεγόμενης παραδοσιακής Δεξιάς στην Ευρώπη. Η περίπτωση της ΝΔ αποτελεί τρανό παράδειγμα αυτής της στροφής. Ένα κόμμα που πήρε οριστικά και αμετάκλητα διαζύγιο από τη μετριοπάθεια και τη φιλοευρωπαϊκή ρητορική του, το οποίο μετασχηματίζεται ραγδαία σε ένα πολιτικό μόρφωμα που ταυτίζεται ανοιχτά με τον εθνικισμό τόσο σε επίπεδο λόγων όσο και πράξεων, ένα μόρφωμα που δε διστάζει να ανασύρει στον 21ο αιώνα το θεωρητικό και πολιτικό οπλοστάσιο της μετεμφυλιακής δεξιάς στην Ελλάδα.
Η άνοδος της ακροδεξιάς, έχει και στο σήμερα ένα διακριτό γνώρισμα. Καθοδηγείται από την ανάγκη να ονομάσει και να στοχοποιήσει τον αδύναμο «άλλο», όπως έκανε εξάλλου σε όλη την ιστορική της πορεία η ακροδεξιά.
Αυτόν τον αδύναμο «άλλο» παρέχουν σήμερα οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή όπως και η συνεχιζόμενη καταστροφή του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου». Με άλλα λόγια, ο αδύναμος «άλλος» είναι σήμερα πάνω από όλα ο πρόσφυγας και ο μετανάστης. Αλλά όχι μόνον. Είναι ο αλλόθρησκος, ο διαφορετικός, εκείνος του οποίου οι πολιτισμικές παραδόσεις δεν ταυτίζονται με τις επικρατούσες νόρμες, εκείνος που διεκδικεί την ελευθερία της ιδιαίτερης ταυτότητάς του και του σεξουαλικού προσανατολισμού του, είναι οι φεμινίστριες, είναι οι αριστεροί κάθε απόχρωσης και όλων των κατευθύνσεων. Και είναι, όπως πάντα, οι Εβραίοι.
Με όχημα «ιδέες» σαν αυτές, ιδέες που δεν μπορούν να κρύψουν τον φασιστικό πυρήνα τους, συγκροτείται σήμερα μια νέα Μαύρη Διεθνής που ενώνει επιμέρους εθνικισμούς. Ο εθνικισμός φαίνεται να αμφισβητεί ευθέως την παγκοσμιοποίηση και να αναπτύσσει μια διεθνική διάσταση, καθώς οι ακροδεξιές δυνάμεις κάθε χώρας προωθούν τον δικό τους εθνικισμό καθεμιά, αλλά όλες μαζί ομονοούν ότι είναι οι κοινές τους ιδέες εκείνες που πρέπει να κυριαρχήσουν παντού. Και αγωνίζονται να το πραγματοποιήσουν. Προσπαθώντας να αποδυναμώσουν την Ευρώπη και να διαλύσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι ότι το πολιτικό ρεύμα αυτό συμφύεται κατά περίπτωση με τον νεοφιλελευθερισμό αποτελώντας πλέον μια διακριτή τάση στο εσωτερικό του.
Είναι απέναντι σε αυτό το μέτωπο, που ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να υποστέλλει τη ριζοσπαστική κινηματική του προσέγγιση και χωρίς να απεμπολεί τίποτα από τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του, οφείλει να συμβάλλει στη συγκρότηση του αριστερού - προοδευτικού πόλου. Μαζί με όλες τις δυνάμεις της Ευρώπης, οι οποίες θέλουν, όχι μόνο να διατηρήσουν, αλλά να εμβαθύνουν τις ιδρυτικές δημοκρατικές αξίες της και ταυτόχρονα να αντιστρέψουν τον μονόδρομο της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού. Εδραιώνοντας το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» σε μια βάση που θα αντιστοιχεί στα σημερινά δεδομένα και θα το καθιστά περιουσία όλων των πολιτών της Ευρώπης, αλλά και ελκυστικό για τους άλλους λαούς.
Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ως βασικούς στόχους:
1. Την προστασία του δικαιώματος στην εργασία. Την καταπολέμηση της ανεργίας, της εργασιακής επισφάλειας και της εργασιακής φτώχειας, ιδιαίτερα των νέων. Τη συστηματική καταπολέμηση της εργοδοτικής παραβατικότητας στην εργασία. Την αύξηση των πραγματικών μισθών. Τις συλλογικές συμβάσεις με ρήτρα σύγκλισης στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική για το ωράριο και τον κατώτατο μισθό. Την πλήρη εργασιακή προστασία του γονιού. Τη φορολογική ελάφρυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο πλαίσιο μιας νέας φορολογικής πολιτικής.
2. Τη συνολική ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, τους κράτους πρόνοιας, την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Την επαναθεμελίωση των δομών του κοινωνικού κράτους στην Υγεία, την Παιδεία, την Κοινωνική Αλληλεγγύη ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες των ευρωπαϊκών κοινωνιών, διατηρώντας και δυναμώνοντας το δημόσιο χαρακτήρα τους, καθώς και τη δωρεάν και χωρίς διακρίσεις παροχή υπηρεσιών σε όλους τους πολίτες.
3. Τη δημοκρατική θωράκιση των θεσμών και των διαδικασιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την συνέχιση της πορείας για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτό προϋποθέτει ουσιαστική κινητοποίηση για την κατάργηση της λογικής του νεοφιλελεύθερου προτάγματος ως μονόδρομου, όπως και όλων των πολιτικών που τη συνοδεύουν. Τη λήψη θετικών δημοκρατικών μέτρων υπέρ των πολιτών με πρώτη την ενίσχυση των αποφασιστικών λειτουργιών του μοναδικού εκλεγμένου θεσμού της ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και την υποστήριξη κινημάτων και πρωτοβουλιών των Ευρωπαίων πολιτών που εκφράζονται μέσω δημοψηφισμάτων, συλλογής υπογραφών ή όπως αλλιώς επιθυμούν. Στο πλαίσιο αυτό στηρίζουμε τους δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους των ευρωπαίων πολιτών και όχι στους τεχνοκράτες. Την αποκλειστική ευθύνη για τη λήψη αποφάσεων στρατηγικής σημασίας, στους δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους των ευρωπαίων πολιτών και όχι στους τεχνοκράτες. Στο πλαίσιο αυτό στηρίζουμε τις προσπάθειες για κοινό Υπουργό Οικονομικών αλλά και Κοινό Υπουργό Κοινωνικής συνοχής που θα ελέγχονται από το Ευρωκοινοβούλιο. Την ενίσχυση των ελεγκτικών και εκτελεστικών εξουσιών του Ευρωκοινοβουλίου. Τον δημοκρατικό έλεγχο της ΕΚΤ. Την αλλαγή στο ευρωπαϊκό νομικό καθεστώς και ειδικά στο δίκαιο του ανταγωνισμού. Την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
4. Την υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής φιλειρηνικής, πολυδιάστατης, με σεβασμό στα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δημοκρατική βούληση κάθε λαού. Την αποφασιστική παρέμβαση για να επανέλθει η ειρήνη σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, αλλά και παντού στον κόσμο. Την ανάληψη σοβαρών και διαρκών θεσμικών πρωτοβουλιών με στόχο την κατάργηση των πυρηνικών εξοπλισμών εντός και εκτός της Ε.Ε, ενώ παράλληλα να εργαστεί για την ενίσχυση του κινήματος ειρήνης, των κινήσεων πολιτών και κυβερνήσεων που διεκδικούν την εξάλειψη των πυρηνικών εξοπλισμών.
5. Μια ολοκληρωμένη Ευρωπαϊκή πολιτική για τους πρόσφυγες και μετανάστες που δικαιούνται διεθνούς προστασίας, που να περιέχει:
Α) Ειρηνευτικές πρωτοβουλίες στις χώρες από όπου γεννώνται προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές.
Β) Πλήρη εφαρμογή της Συνθήκης της Γενεύης και των άλλων διεθνών Συνθηκών για τους πρόσφυγες, νόμιμες οδοί μετανάστευσης στο πνεύμα του Παγκόσμιου Συμφώνου για τη μετανάστευση που εγκρίθηκε στο Μαρακές.
Γ) Μεταρρύθμιση του Κανονισμού του Δουβλίνου στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και μετανάστες και της συνευθύνης μεταξύ των Κρατών-μελών, μέσω ενός δίκαιου καταμερισμού των βαρών.
6. Την ενίσχυση του κινήματος ειρήνης, των κινήσεων πολιτών και κυβερνήσεων που διεκδικούν την εξάλειψη των πυρηνικών εξοπλισμών.
7. Την πλήρη απάλειψη των διακρίσεων σε όλα τα επίπεδα, την δεσμευτικότητα της χάρτας κοινωνικών δικαιωμάτων και την υιοθέτηση μιας παγκόσμιας Χάρτας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Την ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και διαφάνειας των Θεσμών της Ε.Ε. Τη διασφάλιση της δεσμευτικότητας εφαρμογής της Χάρτας Κοινωνικών Δικαιωμάτων.
8.Την καταπολέμηση της πατριαρχίας και την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλους τους τομείς της ζωής.
9. Έναν ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και μια κοινή φορολογική πολιτική σε επίπεδο ΕΕ. Την ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος με στόχο το διαμοιρασμό της ευθύνης και του ρίσκου μεταξύ των κρατών μελών της ΕΖ και της ΕΕ και την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης με ενσωμάτωση πέραν των οικονομικών και κοινωνικών κριτηρίων (ανεργία, ποσοστό φτώχειας, ύψους μισθού).
10. Τη συστηματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την προστασία του περιβάλλοντος με ευρεία διεύρυνση των όρων του πλαισίου της Συμφωνίας των Παρισίων.
11. Δεσμευτικές αποφάσεις στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης και της κυκλικής οικονομίας, καθώς και την αξιοποίηση φυσικών πόρων χωρίς χρήση καταστροφικών μεθόδων.
12. Την προστασία των πολιτών από τη χρήση μεταλλαγμένων προϊόντων και άλλων ουσιών που υπονομεύουν τη δημόσια υγεία.
13. Μια πανευρωπαϊκή «Συμφωνία για τα δικαιώματα των ζώων». Την υιοθέτηση νόμων για την πρόληψη υπέρ της ευζωίας κάθε ζώου.
14. Μία πανευρωπαϊκή Συμφωνία για τη φορολόγηση των GAFAM (Google, Amazon, Facebook, Apple, Microsoft), των γιγάντων δηλαδή του διαδικτύου που ελέγχουν την παραγωγή και ροή του πληροφοριακού συστήματος και της ψηφιακής τεχνολογίας.
15. Ενίσχυση της κουλτούρας των Ευρωπαϊκών αξιών υπέρ του αντιφασισμού και της Δημοκρατίας, επιμονή στην προστασία του πολιτισμού, των ιστορικών μνημείων και πόλεων της Ευρώπης.
Οι Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου 2019 δεν είναι σαν τις άλλες. Αφορούν το μέλλον κάθε Ελληνίδας και κάθε Έλληνα, όπως και κάθε πολίτη της Ένωσης. 
Σε αυτές διακυβεύεται όχι απλώς μια οικονομική πολιτική, αλλά το μέλλον της ίδιας της δημοκρατίας όπως και το μέλλον ενός ολόκληρου πολιτισμού. Εμείς οι πολίτες της Ελλάδας, εμείς οι λαοί της Ευρώπης, αντιμετωπίζουμε μια ιστορική πρόκληση.
Για αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί κάθε προοδευτική πολιτική δύναμη, κάθε δημοκρατικό φορέα, κάθε δημοκράτη και κάθε Έλληνα πολίτη που δεν θέλει να ξανασκεπάσει την Ευρώπη το μαύρο νέφος του φασισμού, σε μια κοινή προσπάθεια ώστε να διαμορφωθεί μια λαϊκή, ριζοσπαστική, προοδευτική συμμαχία.
Μια συμμαχία που είναι σήμερα αναγκαία περισσότερο από ποτέ. Για να δώσουμε άλλη μια φορά τη μάχη με όλες μας τις δυνάμεις, για να στηρίξουμε τη δημοκρατία και τα δικαιώματα όλων, οσοδήποτε «διαφορετικών», για να στηρίξουμε τα εργασιακά δικαιώματα και το κοινωνικό κράτος, για να συνδράμουμε τα κοινωνικά κινήματα που υπερασπίζονται τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας, της διαφορετικότητας, της προστασίας του περιβάλλοντος. 
Απευθυνόμαστε σε έναν αστερισμό πολιτικών δυνάμεων, κινήσεων, συλλογικοτήτων και προσώπων από την αριστερά της αριστεράς μέχρι την σοσιαλδημοκρατία και τους οικολόγους, στον κόσμο της ανένταχτης αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων αλλά και σε όλους τους προοδευτικούς και δημοκράτες πολίτες. 
Γιατί είναι καθήκον μας απέναντι στους εαυτούς μας και απέναντι στις επόμενες γενιές. Όπως είναι και χρέος μας απέναντι στη μνήμη εκείνων που έδωσαν το παν για τις ίδιες ακριβώς αξίες.
Το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ούτε η υποταγή στους τεχνοκράτες και τη σιδηρά δημοσιονομική πειθαρχία ούτε η κυριαρχία του φόβου, του εθνικισμού και η επιστροφή στη λογική του «όλοι εναντίων όλων».
Έχουμε τη δυνατότητα, εμείς οι λαοί της Ευρώπης, να δώσουμε νέα πνοή και υπόσταση στο κοινό ευρωπαϊκό μας όραμα. Αντλώντας έμπνευση και δύναμη από τις μεγάλες πανανθρώπινες αξίες που γέννησαν την Ευρώπη της ειρηνικής συνύπαρξης, της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, στα δύσκολα χρόνια μετά τον όλεθρο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
Στο χέρι μας είναι, να χαράξουμε το δρόμο για μια νέα Ευρώπη.
Μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και της συνανάπτυξης. Της συνάντησης των πολιτισμών και των παραδόσεων. Της συνεργασίας στις επιστήμες, τις τέχνες, τον πολιτισμό, τις νέες τεχνολογίες.
Μια Ευρώπη των πολλών που μπορεί να οικοδομηθεί σήμερα από τους λαούς της, για τους λαούς της.
Οφείλουμε να σηκώσουμε το βάρος της ιστορικής ευθύνης για μια Ευρώπη βαθιά δημοκρατική, αλληλέγγυα, ειρηνική και ουσιαστικά ανθρώπινη. Γι’ αυτό καλούμε τις αριστερές, προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, δημοκράτες, σοσιαλιστές, πράσινους, να συστρατευτούν στη συγκρότηση ενός πλατιού προοδευτικού μετώπου ώστε να απαντήσουμε συλλογικά σε αυτό το κρίσιμο κέλευσμα της κοινής μας ιστορίας και να δώσουμε από κοινού τη μάχη των επόμενων εκλογών.