Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Ανανέωση της Αριστεράς: δεκαετία πέμπτη...




του Αριστειδη Μπαλτα

Για τον Άγγελο και για τον Μιχάλη, μαζί

Από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 έχουν περάσει 41 χρόνια. Η Ανανεωτική Αριστερά --όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται συλλήβδην οι πολιτικές δυνάμεις και οι πολιτικές και ιδεολογικές ευαισθησίες που διέρρηξαν τότε τις σχέσεις τους με την κομμουνιστική ορθοδοξία-- διάγει αισίως την πέμπτη δεκαετία του βίου της. Δεν είναι εδώ η θέση ούτε είναι σήμερα η στιγμή να μετρήσουμε τον καιρό, να ανασυστήσουμε την εποχή, τους όρους και τα επίδικα της διάσπασης, ούτε να μιλήσουμε για το ΚΚΕ εσωτερικού και τις τύχες του ή για τα πολιτικά μορφώματα και τους πολλούς ανέντακτους που συγκρότησαν, υπό διαρκείς και αυξομειούμενες εντάσεις, την πολυτάραχη πορεία της Ανανεωτικής Αριστεράς όλα αυτά τα χρόνια. Ωστόσο, ίσως είναι σήμερα χρήσιμο να ανατρέξουμε σε αυτό το παρελθόν προκειμένου να εντοπίσουμε, από μια ομολογημένα μεροληπτική σκοπιά, κάποια από τα στοιχεία ταυτότητας της σημερινής δικής μας Αριστεράς, στοιχεία που διαμορφώθηκαν ιστορικά μέσα από αυτήν την πορεία.

Η προσπάθεια για έναν τέτοιο εντοπισμό δεν αποτελεί απλώς βοήθημα πολιτικής αυτογνωσίας -- απαραίτητης ούτως ή άλλως. Η "Αριστερά που μας έλαχε" διεκδικεί την ψήφο μας στις ευρωεκλογές. Κατά συνέπεια, αυτός ο εντοπισμός, έστω και αν δεν μπορεί εδώ να επιτελεστεί παρά μεροληπτικά και άκρως σχηματικά, ίσως συμβάλλει στο να καταστήσει την ψήφο μας περισσότερο συνειδητή, δηλαδή περισσότερο μαχητική.

Το κοινό έδαφος και οι δύο διακριτές τάσεις

Θα υποστήριζα, λοιπόν, ξεκινώντας ότι η Ανανεωτική Αριστερά συγκροτείται, ήδη από τη γέννησή της, στο κοινό έδαφος που μοιράζονται δύο διακριτές πολιτικές τάσεις, οι οποίες πορεύονται μεν εν πολλοίς μαζί όλα αυτά τα χρόνια, αλλά διαφωνούν συστηματικά και κάποιες φορές συγκρούονται σκληρά μεταξύ τους. Το κοινό έδαφος, αυτό που σηματοδοτεί τη φυσιογνωμία της Ανανεωτικής Αριστεράς στο σύνολό της, είναι, θα υποστήριζα παραπέρα, το έδαφος των δημοκρατικών λειτουργιών, των ανοιχτών οριζόντων και της ευρωπαϊκής προοπτικής. Η συστηματική διεκδίκηση της δημοκρατίας, ο σεβασμός στους δημοκρατικούς θεσμούς και η ανάγκη διεύρυνσής τους, η προστασία της αυτονομίας των κοινωνικών χώρων, η αναγνώριση τόσο των μειονοτήτων όσο και των μειοψηφιών και η προάσπιση των δικαιωμάτων τους, η αποκοπή από ξένα καθοδηγητικά κέντρα και η άρνηση έξωθεν επεμβάσεων, η καταγγελία του ρατσισμού και της εθνοκαπηλίας, η προσπάθεια να περιγραφεί μια αριστερή στρατηγική για την "Ευρώπη των λαών", η συστράτευση με κοινωνικά κινήματα που δεν απορρέουν από την κομμουνιστική παράδοση (φεμινισμός, οικολογία κλπ.), η εσωκομματική δημοκρατία άνευ ορίων, η ελευθερία της έκφρασης και η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών προς πάσα κατεύθυνση, η ανοχή, αν όχι η καλλιέργεια, του πλουραλισμού, το άνοιγμα σε ιδέες ή ευρύτερες θεωρήσεις που δεν αναφέρονται ευθέως στον μαρξισμό, ακόμη και το σύνθημα "σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία", συγκροτούν, όσο εμπεδώνονται, εκείνα τα στοιχεία ταυτότητας που αποδίδουν στην Ανανεωτική Αριστερά, καθ' όλες λίγο πολύ τις εκφράσεις της, το διακριτό της στίγμα στα πολιτικά και ιδεολογικά δρώμενα του τόπου.

Από την άλλη μεριά, στο κοινό αυτό έδαφος αναφύονται από την αρχή, όπως είπα, δύο διακριτές πολιτικές τάσεις. Σχηματοποιώντας ίσως ανεπίτρεπτα αλλά και προσπαθώντας παράλληλα να αποφύγω τους εύκολους χαρακτηρισμούς, θα ονόμαζα τη μία τάση ως εκείνη που πρόβαλλε συστηματικά την επείγουσα ανάγκη πολιτικών συμμαχιών και τη δεύτερη ως εκείνη που τόνιζε την ανάγκη του πολιτικού, αλλά και ιδεολογικού, αυτοπροσδιορισμού. Για την πρώτη τάση, η δεύτερη ήταν υπέρμετρα ιδεολογική και κατά τούτο αριστερίστικη, ενώ για τη δεύτερη, η πρώτη ήταν υπέρμετρα "ρεαλιστική", και κατά τούτο δεξιά. Οι δύο τάσεις συγκρούστηκαν ανοιχτά στο επίπεδο της νεολαίας, οδηγώντας στη διάσπαση της Β΄ Πανελλαδικής, ενώ η σύγκρουση κορυφώθηκε, εμπλέκοντας πλέον την Ανανεωτική Αριστερά στο σύνολό της, με τη διάσπαση του ΚΚΕ εσωτερικού. Κύριο επίδικο υπήρξε τότε η διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος, όπως συμβολιζόταν από τον προσδιορισμό " κομμουνιστικό" στον τίτλο του. Κατά βάσιν, η πρώτη τάση, σε συνεργασία με άλλες ομάδες και στελέχη της Ανανεωτικής Αριστεράς, συγκρότησε την ΕΑΡ ως νέο, "μετακομμουνιστικό", πολιτικό σχηματισμό ενώ η δεύτερη το ΚΚΕ Εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά.

ΣΥΝ: από την ασταθή συμμαχία στην αμοιβαία ματαίωση

Ωστόσο, τα όρια που προσδιόριζαν το πού παρέπεμπε το όνομα "Ανανεωτική Αριστερά" άρχισαν να γίνονται θολά όταν ξεκίνησαν οι ιστορικές αλλαγές που οδήγησαν τελικά στη σοβιετική κατάρρευση. Έτσι, ενόσω ο Γκορμπατσόφ μεσουρανούσε, η ΕΑΡ βρήκε μεν ισχυρό εταίρο, όπως επεδίωκαν για καιρό πολλά από τα ηγετικά στελέχη της, αλλά ο εταίρος αυτός υπήρξε εντελώς απρόσμενος: έχοντας υποστηρίξει μέχρι διασπάσεως ότι η κομμουνιστική προοπτική είναι αγιάτρευτα ξεπερασμένη, η ΕΑΡ συμμάχησε με το κόμμα που διεκδικούσε συστηματικά και με όλα τα μέσα την αποκλειστική διαχείριση αυτής ακριβώς της προοπτικής. Ο ΣΥΝ προέκυψε έτσι ως εγγενώς ασταθής συμμαχία μεταξύ ΚΚΕ και ΕΑΡ, συμμαχία που επικαθορίστηκε από την εκτίμηση ότι θα προέκυπταν σημαντικά πολικά οφέλη από τη διαφαινόμενη τότε κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ (υπόθεση Κοσκωτά κλπ.). Από την άλλη μεριά, καθώς το ΚΚΕ Εσωτερικού-Α.Α. συνέχισε να πορεύεται μόνο του, μετεξελισσόμενο τελικά στη σημερινή ΑΚΟΑ, φάνηκε, για ένα διάστημα, πως η πολιτική διαχείριση του ονόματος "Ανανεωτική Αριστερά" θα περνούσε κυρίως στη δικαιοδοσία της οργάνωσης αυτής. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν έτσι, γιατί η συμμαχία ΚΚΕ- ΕΑΡ δεν κράτησε πολύ. Σε συνάρτηση με τα τότε τεκταινόμενα στη Σοβιετική Ένωση (απόπειρα πραξικοπήματος Λιγκατσόφ κλπ.), το ΚΚΕ αποσύρθηκε από τον ΣΥΝ και διασπάστηκε. Η δική του "ανανεωτική πτέρυγα" --κατά την ορολογία της εποχής-- παρέμεινε στον ΣΥΝ, συγκροτώντας το ένα από τα δύο ιστορικά ρεύματα που εξακολουθούν, εν πολλοίς, να τον συναπαρτίζουν.

Τα δύο αυτά ρεύματα υποχρεώθηκαν να βρεθούν μαζί υπό όρους αμοιβαίας ματαίωσης. Από τη μια μεριά, το ρεύμα που προερχόταν από την ΕΑΡ απώλεσε την ισχύ του ΚΚΕ, δηλαδή τον κύριο λόγο για τον οποίο είχε συμμαχήσει μαζί του, ενώ, από την άλλη, το ρεύμα που προερχόταν από το ΚΚΕ βρέθηκε να συνυπάρχει ειδικά με εκείνη την πτέρυγα της Ανανεωτικής Αριστεράς η οποία είχε αρνηθεί μέχρι διασπάσεως την προοπτική που εξακολουθούσε να συνέχει εκείνο. Και αυτά σε ένα γενικότερο πλαίσιο όπου η παρέμβαση στον χώρο του ΠΑΣΟΚ γινόταν αδύνατη, αφού το τελευταίο έμοιαζε να αναγεννιέται υπό την ηγεσία Σημίτη. Σε αυτές τις ακυρωτικές συνθήκες, ο ΣΥΝ μπόρεσε να επιβιώσει μόνο και μόνο γιατί είχε θεσμοθετήσει τάσεις, δηλαδή όρους οιονεί αυτόνομης λειτουργίας του καθενός από τα ρεύματα που τον συγκροτούσαν, ενώ ταυτόχρονα οι τάσεις αυτές --και κυρίως εκείνη που προερχόταν από το ΚΚΕ, γιατί αυτή μειοψηφούσε, και άρα αυτή είχε κατεξοχήν το πρόβλημα-- δέχονταν να δεσμεύονται υπό ενιαία κομματική νομιμότητα.

Αυτοί οι όροι αμοιβαίας ματαίωσης, όπως συνδυάζονταν με διαφορετικές πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές κουλτούρες, διέσπειραν επιφυλακτικότητα και καχυποψία προς πάσα κατεύθυνση. Από τη μια μεριά, οι προερχόμενοι από το ΚΚΕ είχαν μεν αποδείξει έμπρακτα την "ανανεωτικότητά" τους μέσα από οδυνηρές διαδικασίες διάσπασης, αλλά οι ίδιοι δεν ήταν πρόθυμοι να υιοθετήσουν χαρούμενα και άνευ ετέρου τις λέξεις-κλειδιά της Ανανεωτικής Αριστεράς: αυτές, θεωρούμενες ως υπόβαθρο της "δεξιάς" πολιτικής του ΚΚΕ εσωτερικού, συνιστούσαν casus belli καθ' όλη τη διάρκεια της δικής τους συμμετοχής στο ΚΚΕ. Έτσι, στα μάτια του άλλου ιστορικού ρεύματος, αυτοί παρέμεναν κάτι σαν "ανανεωτές" δευτέρας διαλογής, δηλαδή σαν λανθάνοντες "δογματικοί", έτοιμοι να προσχωρήσουν ανά πάσα στιγμή στο ΚΚΕ ή, τουλάχιστον, να συμμαχήσουν άνευ όρων μαζί του.

Από την άλλη πλευρά, το πολιτικό αίτημα που πρυτάνευσε στη συγκρότηση της ΕΑΡ, δηλαδή το επείγον της ανάγκης συμμαχιών, παρέμενε εν πολλοίς αλώβητο, διασπείροντας συμμετρικές επιφυλακτικότητες και καχυποψίες: στα μάτια του άλλου ιστορικού ρεύματος, οι προερχόμενοι από την ΕΑΡ, έχοντας διαρρήξει οριστικά τις σχέσεις τους με το ΚΚΕ, ήταν διατεθειμένοι να προσχωρήσουν ανά πάσα στιγμή στο ΠΑΣΟΚ ή, τουλάχιστον, να συμμαχήσουν άνευ όρων μαζί του. Καθώς μάλιστα ο "εκσυγχρονισμός" Σημίτη εκμεταλλεύθηκε συστηματικά την κατάσταση παρουσιαζόμενος ως πρόθυμος να υλοποιήσει κάποιες από τις κατευθυντήριες ιδέες της Ανανεωτικής Αριστεράς, αυτές οι επιφυλακτικότητες και καχυποψίες δεν άργησαν να βρουν απτό υλικό υπόβαθρο: σημαντικά στελέχη του ΣΥΝ αποχώρησαν ατομικά ή ομαδικά, ενόσω ο ίδιος άρχισε να δίνει πλατιά την εικόνα περισσότερο προθαλάμου του ΠΑΣΟΚ παρά διακριτού κόμματος της Αριστεράς. Γίνεται προφανές το γιατί τα γεγονότα αυτά, σε συνάρτηση με τη γενικώς κυριαρχούσα πλέον καχυποψία, απέτρεπαν κάθε νηφάλια συζήτηση για τα εκάστοτε επίδικα: όποιος φαινόταν απλώς να υπαινίσσεται την ανάγκη συμμαχιών εκλαμβανόταν ως να προετοιμάζει τη μεταπήδησή του στο ΠΑΣΟΚ, ενώ όποιος φαινόταν απλώς να υπαινίσσεται την ανάγκη ιδεολογικού και πολιτικού αυτοπροσδιορισμού εκλαμβανόταν ως δογματικός που προωθούσε την κομμουνιστική "μετάλλαξη".

Το άνοιγμα μιας ελπιδοφόρας προοπτικής

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν στον ΣΥΝ όταν τα κινήματα ενάντια στην " νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση" κατέστησαν πλατιά ορατούς τους αρμούς της μείζονος αυτής διαδικασίας, όπως και τον ρόλο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων --και των κυβερνήσεων Σημίτη-- σε εκείνη. Έτσι, με την καθοριστική συνδρομή ηγετικών στελεχών του ρεύματος που προερχόταν από την ΕΑΡ, ο ΣΥΝ σε δύο αλλεπάλληλα συνέδριά του (το προγραμματικό και το επόμενο τακτικό) βεβαίωσε με μεγάλη πλειοψηφία ότι ως κύρια πολιτική αντίθεση δεν μπορεί πλέον να νοείται η παραδοσιακή αντίθεση Δεξιάς/προοδευτικών δυνάμεων αλλά η αντίθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις που προωθούν τη " νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση" (συντηρητικές και σοσιαλδημοκρατικές) και στις αριστερές δυνάμεις που της αντιτίθενται. Το ξεκαθάρισμα αυτό επέτρεψε τη συγκρότηση και τη σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και το πρόσφατο αναλυτικά επεξεργασμένο προγραμματικό πλαίσιο τόσο του ΣΥΝ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ.

***

Έγραψα τα παραπάνω για να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα το οποίο δεν μπορώ να στοιχειοθετήσω με επάρκεια στον χώρο που απομένει. Ωστόσο αυτό είναι άμεσα επιβεβαιώσιμο με ελάχιστο κόπο και από αναρίθμητα τεκμήρια. Καταρχήν, όλα ανεξαιρέτως τα ντοκουμέντα του ΣΥΝ, και ιδίως τα πιο πρόσφατα, μπορούν να πιστοποιήσουν ότι όλες οι ιδέες της Ανανεωτικής Αριστεράς, όπως τουλάχιστον προσπάθησα να τις περιγράψω αδρά παραπάνω, έχουν όντως επικρατήσει στο κόμμα αυτό. Με άλλα λόγια, πέρα από αναπόφευκτες διαφορετικές εμφάσεις, πέρα από την επιλογή λέξεων της μιας ή της άλλης απόχρωσης, πέρα από κάποιες υπερβολικές και κατά τούτο ατυχείς εκφράσεις ή χειρονομίες εδώ ή εκεί, δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας στον ΣΥΝ, ανεξαρτήτως ιστορικής προέλευσης, που να αρνείται τις ιδέες αυτές. Για να το πω συνοπτικά, υπό τη μορφή αφορισμού: σε όλα όσα αφορούν τόσο τις ιδέες του όσο και την πρακτική του, το Αριστερό Ρεύμα δεν είναι ούτε λιγότερο ούτε διαφορετικά ανανεωτικό από την Ανανεωτική Πτέρυγα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι διαφωνίες έχουν εκλείψει. Πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά και λειτουργικά επίδικα εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά, τόσο ανάμεσα σε τάσεις όσο και --ίσως περισσότερο-- στο εσωτερικό των τάσεων. Όμως οι διαφωνίες αυτές, όσο αντιμετωπίζονται ψύχραιμα και δεν διογκώνονται ιδιοτελώς ή τεχνητά, είναι διαφωνίες απόχρωσης ή τακτικής, δηλαδή διαφωνίες που μπορούν να αποβούν συνθέσιμες και άρα γόνιμες.

ΣΥΡΙΖΑ: η Ανανεωτική Αριστερά είτε θα είναι ριζοσπαστική είτε δεν θα υπάρχει

Θα ισχυριζόμουν μάλιστα και κάτι περισσότερο: η ίδια η δυνατότητα συγκρότησης και λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει πολλά στην επικράτηση των ανανεωτικών ιδεών και στο δικό του πλαίσιο. Θέλω να πω ότι χωρίς το οπλοστάσιο των ιδεών αυτών θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξουν ενεργά, υπό καθεστώς λειτουργικής ομοφωνίας και παρά τα πολλά επιμέρους προβλήματα, επαναστάτες και ρεφορμιστές, τροτσκιστές και μαοϊκοί, σοσιαλιστές και ελευθεριακοί, φεμινίστριες και οικολόγοι, ενταγμένοι και ανέντακτοι, συγκροτώντας έναν πολιτικό σχηματισμό τόσο μεγάλου εύρους. Με άλλα λόγια, η διαδρομή που διέτρεξε κάθε συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά διαδρομή δικής της ανανέωσης που συνεχίζεται, διαδρομή κατά την οποία οι ανανεωτικές ιδέες --σε γόνιμο συνδυασμό, τουλάχιστον δυνάμει, με αριστερές ιδέες που προέρχονταν από πολύ διαφορετικές ιδεολογικές και ιστορικές αφετηρίες-- έπιασαν και συνεχίζουν να πιάνουν τόπο και να βρίσκουν ρίζες. Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα που έχει να παρουσιάσει έναν πολιτικό σχηματισμό της Αριστεράς με τέτοιο εύρος. Όπως είναι και η μόνη χώρα όπου η Αριστερά, ξεκινώντας ουσιαστικά από τη δεκαετία του 1940, ακολούθησε μια τόσο περιπετειώδη πορεία. Και αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το γεγονός πως ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κατορθωτός και έχει προοπτική στον τόπο μας οφείλει πολλά, έστω και αν οι διαδρομές αυτής της οφειλής είναι εξαιρετικά δαιδαλώδεις, στη διάσπαση του 1968.

Μένει να ειπωθεί κάτι ακόμη. Οι ενστάσεις ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ από την πλευρά στελεχών της ιστορικής Ανανεωτικής Αριστεράς εστιάζονται κατά κύριο λόγο στον διακηρυσσόμενο ριζοσπαστισμό του και στους υψηλούς τόνους του, στο γεγονός ότι φαίνεται σα να στηρίζει άκριτα ή να συμμετέχει άνευ όρων σε κινήματα ή πρωτοβουλίες που δεν φαίνεται να εντάσσονται "φυσιολογικά" στις στοχεύσεις μιας πολιτικά έλλογης Αριστεράς. Αλλά η ένσταση αυτή παραγνωρίζει ή υποτιμά, ισχυρίζομαι, το γεγονός ότι διάγουμε παγκοσμίως μια περίοδο βαθιάς κρίσης με άδηλο μέλλον, ότι η όλη εποχή τείνει να αλλάξει κατά τρόπους ριζικούς και ριζικά μη προβλέψιμους. Ο ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ είναι --ή θέλει να είναι-- ομόλογος με τον ριζοσπαστισμό που ανέδειξαν διεθνώς τα κινήματα ενάντια στη "νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση", όπως αυτά βρίσκουν αναδρομική δικαίωση από την τρέχουσα μείζονα οικονομική, κοινωνική και οικολογική κρίση. Με άλλα λόγια, ο ριζοσπαστισμός αυτός είναι --ή θέλει να είναι-- ομόλογος με τον ριζοσπαστισμό που αναπόφευκτα φέρει κάθε μεγάλη αλλαγή εποχής, τον ριζοσπαστισμό που αναφύεται αυθόρμητα, με τρόπους ανέκδοτους και απείθαρχους, από το έδαφος μιας μείζονος κρίσης.

Κατά συνέπεια, αν θέλει να μείνει σύγχρονη με την εποχή της, η Ανανεωτική Αριστερά οφείλει να είναι ριζοσπαστική. Αυτή, ισχυρίζομαι παραπέρα, είναι η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει κατά την πέμπτη δεκαετία του βίου της. Για να το πω με έναν ακόμη αφορισμό, αυτόν επικίνδυνο: η Ανανεωτική Αριστερά είτε θα είναι ριζοσπαστική --βεβαίως έλλογα-- είτε θα κινδυνεύσει να μην είναι πλέον Αριστερά. Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ συνιστά ένα βήμα για να απαντηθεί σήμερα αυτή η πρόκληση.

Ο Αριστείδης Μπαλτάς διδάσκει φιλοσοφία των επιστημών στο ΕΜΠ

1. Ο τίτλος θέλει να υπενθυμίσει ότι το 1978 το περιοδικό Ο Πολίτης παρουσίασε ένα αφιέρωμα με τίτλο "Ανανέωση της Αριστεράς: δεκαετία πρώτη…".
ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΥΓΗ"