Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΚΙΣΤΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΘΗΒΩΝ


Του Νίκου Μπελαβίλα

Η οδός Θηβών είναι ένας περίεργος δρόμος. Αλλού παλιές προσφυγικές γειτονιές, αλλού εργοστάσια, υπολείμματα του Ελαιώνα. Ανάμεσα τους νέα εμπορικά κέντρα, πολυτελείς κατασκευές. Η πόλη στα μέτωπα του δρόμου μοιάζει σαν να έχει χάσει την ταυτότητά της. Στο ύψος της Παλιάς Κοκκινιάς και του Ρέντη βρίσκεται το νέο Ελντοράντο του real-estate. Εγκαταλειμμένο από τον Δήμο Πειραιά, το πάρκο Δηλαβέρη ρημάζει. Καμένα ερείπια το εργοστάσιο Ρετσίνα, κατεδαφισμένες οι καπναποθήκες Σαπόρτα. Στη θέση τους υψώνεται ένα γιαπί. Είναι το μεγαλύτερο συγκρότημα πολυκατοικιών του Δυτικού Πειραιά. Ακριβά διαμερίσματα δίπλα στον νέο σταθμό του Προαστιακού, στη Λεύκα. Πιο πάνω σκουπίδια στον δρόμο και ημιτελείς όψεις κτιρίων. Το νεκρό κτίριο των καπναποθηκών Κεράνη-αρνούνται να εγκατασταθούν εκεί οι υπάλληλοι του ΥΠΠΟ, ποιος πάει να δουλέψει στην οδό Θηβών; Έπειτα το εργοστάσιο ΕΛΣΑ, δουλεύει ακόμη. Μετά ο Ρέντης. Πού και πού τα τελευταία άχτιστα μποστάνια και τα ελαιόδενδρα. Δίπλα στους πολυκινηματογράφους του Village και τις εργατικές πολυκατοικίες.
Στρίψαμε σε ένα δρομάκι ανάμεσα σε μηχανουργεία. Λίγο πιο πάνω από του Κεράνη. Ήμασταν καμιά τριανταριά. Η Ελένη Σταματάκη, ο Φώτης Ανδρεόπουλος, ο Τάσος Κομιτόπουλος, ο Μακί Μαρσέιγ, ο Παντελής Νταβανέλος, ο Αντώνης Τσίκνας, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο Θοδωρής Δρίτσας. Το Λιμάνι της Αγωνίας, το Σχολείο Μεταναστών, ο Χώρος Πολιτιστικής και Κοινωνικής Παρέμβασης, η τοπική ομάδα του Κοινωνικού Φόρουμ και άλλοι. Με συννεφιά και ένα περιπολικό να ακολουθεί από απόσταση. Σε ένα αδιέξοδο, λίγα μέτρα πιο κάτω, το τοπίο άλλαξε. Αυλές, διώροφα, γεράνια και πεντακάθαροι δρόμοι. Ασβέστης. Των Πακιστανών. Λίγοι άνθρωποι, σε δύο-τρία ισόγεια σπιτάκια. Σαν σε ταινία του Αλέξη Δαμιανού. Μεροκαματιάρηδες του Ελαιώνα. Όσοι δουλεύουν σε οικοδομές και φάμπρικες, τους έχουν δει να κεντούν λουλούδια στο μέταλλο με το οξυγόνο. Οι Έλληνες του ίδιου δρόμου λέγανε ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν πειράζουν κανέναν. Ότι είναι ήσυχοι και φροντίζουν μία ηλικιωμένη κυρία γειτόνισσά τους, με τις γάτες της. Κυριακή στις αυλές της οδού Σαρανταπόρου συναντήσαμε τους μετανάστες φοβισμένους. Φόραγαν όμως τα καλά τους. Όπως φορούσαν κι οι δικοί μας άλλοτε τα καλά τους, τις Κυριακές, στο Τορόντο, στο Σίδνεϊ, στο Μόναχο. Τα ξεχάσαμε. Στα δρομάκια της Θηβών έχουν ξεφυτρώσει τελευταία κάτι μικρά μαγαζάκια με ταμπέλες απ' έξω σε γλώσσες άγνωστες. Call centers. Μαζεύονται εκεί οι ξένοι. Μιλούν από το τηλέφωνο με τις φαμίλιες τους, στο Πακιστάν, στο Μπαγκλαντές, στην Ινδία. Σαν τα δικά μας τηλεφωνεία, άλλων εποχών. Που καθόσουν, έδινες την κλήση και περίμενες. Να μιλήσεις μια φορά τη βδομάδα με τον τόπο σου. Κι αυτά τα ξεχάσαμε.
Από την Παλιά Κοκκινιά, από την πειραιώτικη γειτονιά των προσφύγων, ξεπρόβαλαν θρασύδειλοι και πετροβόλησαν τους μετανάστες της Θηβών. Νύχτα, με μηχανές, κουκούλες και λοστούς. Δεν τολμούν να τα βάλουν με τα αφεντικά τους, με τη μιζέρια που τους τριγυρίζει, με την υποβάθμιση της ζωής τους. Υποταγμένοι στην ανεργία και τη φτώχεια, προσκυνούν κάθε πρωί την καθημερινότητά τους. Φαντασιώνονται τα βράδια, σε γυμναστήρια και λέσχες, άλλους κόσμους. Πολέμων και φαλλοκρατικής βίας. Μετά εκτονώνονται ως υπάνθρωποι. Σε όσους αδυνατούν να τους αντισταθούν.
Η πράξη τους αποτελεί προσβολή για την κοινωνία του Πειραιά. Μια κοινωνία με εκατόν είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες από το '22, και με άλλους τόσους μετανάστες της υπαίθρου από το '60. Πρόσφυγες της βίας και της φτώχειας όσοι έζησαν πριν τους Πακιστανούς σε αυτά τα σπίτια, στους ίδιους δρόμους. Η επίθεση στους μετανάστες της Θηβών είναι ύβρις απέναντι στην ιστορία των εργατικών συνοικιών, των συνοικιών όπου η αλληλεγγύη στους αδύναμους και τους κυνηγημένους υψώθηκε ως μία από τις ισχυρότερες ηθικές και πολιτικές αξίες.
ΠΗΓΗ:ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΥΓΗ